Οι ανθισμένες μηλιές της νιότης
Ήταν ένα δειλινό του Απριλίου, ντυμένο με τη χρυσή αχλύ μιας ανοιξιάτικης μέρας, όταν οι ανθισμένες μηλιές άνοιξαν τις λευκές τους αγκαλιές για να υποδεχθούν τη νιότη. Το αεράκι, φορτωμένο με το μεθυστικό άρωμα των νωπών πετάλων, ψιθύριζε μυστικά ανάμεσα στα κλαδιά, λες και ήθελε να νανουρίσει τον χρόνο. Εκεί, πάνω στο χορτάρι που έμοιαζε με πράσινο βελούδο, μια συντροφιά από νεαρές υπάρξεις είχε στρώσει ένα λευκό σεντόνι, σαν βωμό αφιερωμένο στην ίδια τη ζωή.
Στο κέντρο αυτού του ανοιξιάτικου ονείρου καθόταν η Σόφι. Το γκρίζο-μπλε φόρεμά της έμοιαζε με το χρώμα του ουρανού λίγο πριν τη δύση, και το χέρι της, υψωμένο με μια απαλή, σχεδόν ιερή κίνηση, έμοιαζε να ζητά την ευλογία του ανέμου. Τα μάτια της, γεμάτα από τη φλόγα της νιότης, κοιτούσαν το άπειρο, εκεί όπου οι ελπίδες δεν σβήνουν ποτέ.
Δίπλα της, η Άλις άφηνε τα μακριά, καστανά μαλλιά της να κυλούν σαν ποτάμι πάνω στους ώμους της, στολισμένα με μικρά, λευκά αγριολούλουδα. Κρατούσε ένα πανέρι γεμάτο άνθη, μα το βλέμμα της ήταν στραμμένο χαμηλά, βαρημένο από μια γλυκιά, βικτοριανή μελαγχολία.
«Κοίταξε, Σόφι», ψιθύρισε η Άλις, και η φωνή της ήταν σαν το κελάρυσμα ρυακιού. «Τα πέταλα πέφτουν πριν προλάβουμε να τα θαυμάσουμε. Η ομορφιά τους είναι μια ανάσα, μια φευγαλέα λάμψη».
«Και γι' αυτό ακριβώς είναι πολύτιμη, αδελφή μου», αποκρίθηκε η Σόφι με φωνή γεμάτη γλυκύτητα. «Κάθε πέταλο που πέφτει, γράφει μια ιστορία στο χώμα. Η άνοιξη δεν χάνεται, μεταμορφώνεται σε θύμηση».
Πιο πέρα, μια άλλη κόρη έσκυβε πάνω από ένα πήλινο δοχείο, χύνοντας το λευκό γάλα, σύμβολο της αγνότητας και της θρεπτικής χάρης της γης. Τα υπόλοιπα κορίτσια, ξαπλωμένα νωχελικά στο νωπό γρασίδι, άφηναν τις σκέψεις τους να πλανώνται σαν τα σύννεφα στον ορίζοντα. Μια εξ αυτών, παραδομένη σε έναν γλυκό ρέμβασμα, κοιτούσε τον ουρανό, ντυμένη με ένα φόρεμα στο χρώμα του ώριμου σιταριού, σαν να ήταν η ίδια η προσωποποίηση της θερινής προσμονής.
Όμως, στη δεξιά άκρη αυτού του παραδείσου, εκεί όπου οι σκιές του τοίχου άρχιζαν να μεγαλώνουν, στεκόταν βουβό και απειλητικό το δρεπάνι του θεριστή. Ήταν ο αμίλητος μάρτυρας του πεπρωμένου, η κρύα υπενθύμιση πως ο χρόνος, σαν αόρατος θεριστής, περιμένει πάντα στο σκοτάδι.
Τα κορίτσια, ωστόσο, δεν έστρεφαν το βλέμμα τους εκεί. Η νιότη τους ήταν η ασπίδα τους απέναντι στο αναπόφευκτο. Για εκείνες, το δρεπάνι δεν ήταν παρά ένα εργαλείο του αγρού, και όχι το σύμβολο του τέλους. Ζούσαν στον δικό τους αιώνιο Απρίλιο.
Καθώς ο ήλιος έγερνε, βάφοντας τις κορυφές των δέντρων με πορφυρά χρώματα, μια τελευταία ριπή ανέμου τίναξε τα κλαδιά. Μια βροχή από ροδόλευκα πέταλα σκέπασε τα κορίτσια, σαν να ήθελε η φύση να τις στεφανώσει. Ήταν μια στιγμή απόλυτης, λυρικής ομορφιάς, μια στιγμή που ο χρόνος, νικημένος από τη γαλήνη των κοριτσιών, στάθηκε για λίγο και υποκλίθηκε στην άνοιξη της ζωής τους.
.png)
.gif)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Μου αρέσει να διαβάζω τα σχόλια σας