Κρύος ιδρώτας έλουσε το μέτωπο. Ένα αγκάθι ρίζωσε βαθιά στον λαιμό. Βουβός σπαραγμός. Πένθιμο πέπλο σκέπασε τις κόρες των ματιών. Φλόγες τύλιξαν το πρόσωπο. Πύρινα δάκρυα πότισαν το χώμα.
Η απώλεια... Αδυσώπητη. Αβάσταχτη. Αιώνια.
Η πληγή παραμένει νωπή, μια αγεφύρωτη ρωγμή στην ψυχή.
Το οξυγόνο στέρεψε. Η ελπίδα πνίγηκε στον καπνό. Η σπίθα στα μάτια των ταξιδιωτών του χειμώνα έσβησε.
Η δικαίωση βυθίζεται στο λυκόφως. Το μέλλον — μια απέραντη έρημος από στάχτες.
Θα βραβευτεί από τις Εκδόσεις Ηλιαχτίδα, διακρίθηκε στον 6ο Διεθνή Διαγωνισμό Λογοτεχνίας τους και συμμετέχει στην ποιητική συλλογή Ποιητικοί ψίθυροι καρδιάς.
Μέσα στα βάθη της ψυχής που η παγωνιά ακμάζει, μια ακτίνα ψάχνω να αφεθώ, με μια δύναμη ψηλά να πετάξω, να πλημμυρίσει η ζωή μου με το φώς του ήλιου.
Περσεφόνη, με άνθη μυρωδιαστά την αγκαλιά γεμίζεις. Ατέλειωτη η προσμονή της άνοιξης, η ελπίδα μένει ζωντανή σαν φλόγα από κερί.
Άνοιξη, γιατί χάθηκες; Πυκνά τα νέφη του ουρανού σκεπάζουν την καρδιά μου. Η βροχή χτυπάει αργά το παραθύρι της μνήμης. Βουβό κρύο, κρυστάλλινη ανάσα.
Άνοιξη, γιατί χάθηκες; Θέλω να πετάξω σαν πουλί στα σύννεφα.
<<Αργώ ακόμα μα θα δεις όταν θα έρθω, δεν θα μπορέσει ποτέ ξανά κάτι να σε τρομάξει>>. Με μια πνοή του Ζέφυρου, θα σπάσω ότι σε κρατάει στο παγωμένο πλήθος. Θα τα ντύσω όλα με πράσινο μεταξωτό υφάδι. Η σιωπή θα σβήνει και ένα λυρικό άσμα θα αντηχήσει. Με το γλυκό μου το φιλί, το χιόνι θα χαθεί. Ένα ρυάκι γάργαρο κοντά για να ακουμπήσεις. Κάθε πληγή σου θα επουλωθεί.
Μέσα στα βάθη της ψυχής που ο ήλιος θα ζεσταίνει τη ραγισμένη καρδιά.
Συμμετέχει στο δρώμενο της πολυαγαπημένη μας Αριστέας <<Ξυπνήματα>>
Η Άννα Καρένινα είναι μυθιστόρημα του Ρώσου συγγραφέα Λέοντος Τολστόι. Δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά σε μορφή βιβλίου το 1878. Θεωρείται ένα από τα σπουδαιότερα λογοτεχνικά έργα που γράφτηκαν ποτέ κι ο ίδιος ο Τολστόι το ονόμασε το πρώτο του αληθινό μυθιστόρημα. Κυκλοφόρησε αρχικά σε αποσπάσματα από το 1875 έως το 1877 στο περιοδικό The Russian Messenger. Όταν ο διάσημος συγγραφέας Γουίλιαμ Φώκνερ κλήθηκε να απαριθμήσει ποια ήταν τα τρία σπουδαιότερα μυθιστορήματα όλων των εποχών, απάντησε: «Άννα Καρένινα, Άννα Καρένινα και Άννα Καρένινα».
Το μυθιστόρημα πραγματεύεται την προδοσία, την θρησκευτική πίστη, την οικογένεια, τον γάμο, την αυτοκρατορική ρωσική κοινωνία, τις διαφορές μεταξύ της αγροτικής και της αστικής ζωής. Η ιστορία επικεντρώνεται σε μια εξωσυζυγική σχέση μεταξύ της Άννα Αρκάντιεβνα Καρένινα και του τολμηρού αξιωματικού κόμη Αλεξέι Κιρίλοβιτς Βρόνσκι που σκανδαλίζει τους κοινωνικούς κύκλους της Αγίας Πετρούπολης και αναγκάζει τους νεαρούς εραστές να καταφύγουν στην Ιταλία αναζητώντας την ευτυχία, αλλά μετά την επιστροφή τους στη Ρωσία, η ζωή τους παίρνει μία απρόσμενη τροπή.
Πολλά σημαντικά σημεία της πλοκής λαμβάνουν χώρα είτε σε επιβατικά τρένα είτε σε σταθμούς στην Αγία Πετρούπολη ή αλλού μέσα στη Ρωσία. Η ιστορία διαδραματίζεται με φόντο τις φιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις που ξεκίνησε ο αυτοκράτορας Αλέξανδρος Β΄ της Ρωσίας και τις ραγδαίες κοινωνικές μεταβολές που ακολούθησαν. Το μυθιστόρημα επίσης έχει διασκευαστεί για διάφορα μέσα, όπως το θέατρο, η όπερα, ο κινηματογράφος, η τηλεόραση, το μπαλέτο και το καλλιτεχνικό πατινάζ.
Ο σταθμός του τρένου ήταν πνιγμένος στην καταχνιά. Η Άννα στάθηκε στην αποβάθρα, νιώθοντας την ανάσα της να παγώνει στον αέρα, μια μικρή λευκή νεφέλη που χανόταν πριν προλάβει να σχηματιστεί. Γύρω της, η ρωσική γη είχε παραδοθεί σε έναν χειμώνα δίχως έλεος, έναν χειμώνα που έμοιαζε να αντανακλά την παγωνιά στην ίδια της την ύπαρξη.
Το χιόνι έπεφτε πυκνό, σκεπάζοντας τις ράγες, σβήνοντας τα ίχνη των ανθρώπων, επιβάλλοντας μια απόλυτη, σχεδόν τρομακτική σιωπή. Για την Άννα, το λευκό αυτό τοπίο δεν ήταν ομορφιά· ήταν ένας τοίχος. Ένας φράχτης από κρυστάλλους που τη χώριζε από τον κόσμο που ήξερε και την έσπρωχνε προς το άγνωστο.
Σφίγγοντας τα χέρια της, ένιωσε το βάρος των επιλογών της να την πιέζει περισσότερο από το κρύο. Κάθε νιφάδα που ακουμπούσε το πρόσωπό της ήταν σαν μια υπενθύμιση της θνητότητας, της στιγμής που χάνεται, του πάθους που μαρμαρώνει.
— Γιατί όλα είναι τόσο σκοτεινά, ενώ όλα είναι τόσο λευκά;
Ψιθύρισε, κοιτάζοντας το θολό φως των φαναριών που τρεμόπαιζαν στο βάθος. Το σφύριγμα της ατμομηχανής ακούστηκε τότε σαν κραυγή από το μέλλον. Η Άννα δεν έψαχνε πια για ζεστασιά· έψαχνε την αλήθεια που κρύβεται κάτω από το χιόνι. Προχώρησε αργά, με το βλέμμα χαμένο στη θύελλα, μια μορφή μοναχική που αρνιόταν να λυγίσει, ακόμα κι όταν ο άνεμος προσπαθούσε να της κλέψει την ανάσα.
Σε εκείνη την ατελείωτη ρωσική νύχτα, η Άννα Καρένινα κατάλαβε πως ο χειμώνας δεν είναι πια μια εποχή, αλλά ο καθρέφτης της ψυχής μας, όταν η ειμαρμένη αποφασίζει να ακολουθήσει τον δρόμο χωρίς επιστροφή.
Συμμετέχει στο δρώμενο Χειμωνιάτικα Αποτυπώματα που διοργανώνει η αγαπημένη μαςΑριστέα
Το Χιόνι στο Αρζεντέιγ είναι ένας πίνακας τοπίου ζωγραφισμένος με λάδι σε καμβά,του ιμπρεσιονιστή καλλιτέχνη Κλοντ Μονέ . Είναι το μεγαλύτερο από τα δεκαοκτώ έργα που ζωγράφισε ο Μονέ για την κοινότητά του, το Αρζεντέιγ, ενώ βρισκόταν κάτω από ένα στρώμα χιονιού κατά τη διάρκεια του χειμώνα του 1874-1875.
Η μπλε ώρα είναι η περίοδος του λυκαυγούς (νωρίς το πρωί) ή του λυκόφωτος (νωρίς το βράδυ), όταν ο Ήλιος βρίσκεται σε σημαντικό βάθος κάτω από τον ορίζοντα. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, το εναπομένον ηλιακό φως παίρνει μια κυρίως σκούρα μπλε απόχρωση. Αυτή η απόχρωση διαφέρει από το γαλάζιο χρώμα του ουρανού σε μια καθαρή μέρα, η οποία προκαλείται από μοριακή σκέδαση.
Μπλε ώρες του χειμώνα
Λυκόφως βαθύ.
Αστροφεγγιά ουρανού.
Μπλε ώρες σιωπής.
Βουή στην ερημιά.
Πνίγει το χιόνι ξανά.
Μια κρυφή κραυγή.
Φράχτης στην ψυχή.
Σκίζει πάλι τη ζωή.
Ψυχρή φυλακή.
Οι αναμνήσεις.
Σβήνουν μες στην καταχνιά.
Λευκό τοπίο.
Δέντρα μοναχά.
Απέραντη μοναξιά.
Γυμνά κλαδιά πια.
Άβυσσος ξανά.
Παγιδευμένος εδώ.
Κλείνω τα μάτια.
Το ποίημα <<Μπλε ώρες του χειμώνα>> αποτελεί κύκλοχαϊκού(έξι χαϊκούμαζί).
Ελπίζω να σας αρέσει.
Συμμετέχει και αυτό στο αγαπημένο μου δρώμενο <<Χειμωνιάτικα αποτυπώματα>> που διοργανώνει η Αριστέαμας.
Εύχομαι μέσα στις κρύες και βροχερές μέρες του χείμωνα,να βρείτε την ανθρώπινη ζεστασιά που έχουμε πραγματικά ανάγκη.