Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2026

Άννα Καρένινα: Το λευκό πέπλο της λήθης

Η Άννα Καρένινα είναι μυθιστόρημα του Ρώσου συγγραφέα Λέοντος Τολστόι. Δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά σε μορφή βιβλίου το 1878. Θεωρείται ένα από τα σπουδαιότερα λογοτεχνικά έργα που γράφτηκαν ποτέ κι ο ίδιος ο Τολστόι το ονόμασε το πρώτο του αληθινό μυθιστόρημα. Κυκλοφόρησε αρχικά σε αποσπάσματα από το 1875 έως το 1877 στο περιοδικό The Russian Messenger. Όταν ο διάσημος συγγραφέας Γουίλιαμ Φώκνερ κλήθηκε να απαριθμήσει ποια ήταν τα τρία σπουδαιότερα μυθιστορήματα όλων των εποχών, απάντησε: «Άννα Καρένινα, Άννα Καρένινα και Άννα Καρένινα».

Το μυθιστόρημα πραγματεύεται την προδοσία, την θρησκευτική πίστη, την οικογένεια, τον γάμο, την αυτοκρατορική ρωσική κοινωνία, τις διαφορές μεταξύ της αγροτικής και της αστικής ζωής. Η ιστορία επικεντρώνεται σε μια εξωσυζυγική σχέση μεταξύ της Άννα Αρκάντιεβνα Καρένινα και του τολμηρού αξιωματικού κόμη Αλεξέι Κιρίλοβιτς Βρόνσκι που σκανδαλίζει τους κοινωνικούς κύκλους της Αγίας Πετρούπολης και αναγκάζει τους νεαρούς εραστές να καταφύγουν στην Ιταλία αναζητώντας την ευτυχία, αλλά μετά την επιστροφή τους στη Ρωσία, η ζωή τους παίρνει μία απρόσμενη τροπή.

Πολλά σημαντικά σημεία της πλοκής λαμβάνουν χώρα είτε σε επιβατικά τρένα είτε σε σταθμούς στην Αγία Πετρούπολη ή αλλού μέσα στη Ρωσία. Η ιστορία διαδραματίζεται με φόντο τις φιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις που ξεκίνησε ο αυτοκράτορας Αλέξανδρος Β΄ της Ρωσίας και τις ραγδαίες κοινωνικές μεταβολές που ακολούθησαν. Το μυθιστόρημα επίσης έχει διασκευαστεί για διάφορα μέσα, όπως το θέατρο, η όπερα, ο κινηματογράφος, η τηλεόραση, το μπαλέτο και το καλλιτεχνικό πατινάζ.

______________________________________________________________________

Άννα Καρένινα: Το λευκό πέπλο της λήθης

Ο σταθμός του τρένου ήταν πνιγμένος στην καταχνιά. Η Άννα στάθηκε στην αποβάθρα, νιώθοντας την ανάσα της να παγώνει στον αέρα, μια μικρή λευκή νεφέλη που χανόταν πριν προλάβει να σχηματιστεί. Γύρω της, η ρωσική γη είχε παραδοθεί σε έναν χειμώνα δίχως έλεος, έναν χειμώνα που έμοιαζε να αντανακλά την παγωνιά στην ίδια της την ύπαρξη.

Το χιόνι έπεφτε πυκνό, σκεπάζοντας τις ράγες, σβήνοντας τα ίχνη των ανθρώπων, επιβάλλοντας μια απόλυτη, σχεδόν τρομακτική σιωπή. Για την Άννα, το λευκό αυτό τοπίο δεν ήταν ομορφιά· ήταν ένας τοίχος. Ένας φράχτης από κρυστάλλους που τη χώριζε από τον κόσμο που ήξερε και την έσπρωχνε προς το άγνωστο.

Σφίγγοντας τα χέρια της, ένιωσε το βάρος των επιλογών της να την πιέζει περισσότερο από το κρύο. Κάθε νιφάδα που ακουμπούσε το πρόσωπό της ήταν σαν μια υπενθύμιση της θνητότητας, της στιγμής που χάνεται, του πάθους που μαρμαρώνει.

— Γιατί όλα είναι τόσο σκοτεινά, ενώ όλα είναι τόσο λευκά;

Ψιθύρισε, κοιτάζοντας το θολό φως των φαναριών που τρεμόπαιζαν στο βάθος. Το σφύριγμα της ατμομηχανής ακούστηκε τότε σαν κραυγή από το μέλλον. Η Άννα δεν έψαχνε πια για ζεστασιά· έψαχνε την αλήθεια που κρύβεται κάτω από το χιόνι. Προχώρησε αργά, με το βλέμμα χαμένο στη θύελλα, μια μορφή μοναχική που αρνιόταν να λυγίσει, ακόμα κι όταν ο άνεμος προσπαθούσε να της κλέψει την ανάσα.

Σε εκείνη την ατελείωτη ρωσική νύχτα, η Άννα Καρένινα κατάλαβε πως ο χειμώνας δεν είναι πια μια εποχή, αλλά ο καθρέφτης της ψυχής μας, όταν η ειμαρμένη αποφασίζει να ακολουθήσει τον δρόμο χωρίς επιστροφή.




Συμμετέχει στο δρώμενο Χειμωνιάτικα Αποτυπώματα που διοργανώνει η αγαπημένη μας Αριστέα





Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2026

Οι αναμνήσεις του χειμώνα ξεπροβάλλουν μέσα από τον πίνακα του Κλοντ Μονέ

Το Χιόνι στο Αρζεντέιγ  είναι ένας πίνακας τοπίου ζωγραφισμένος με λάδι σε καμβά,του ιμπρεσιονιστή καλλιτέχνη Κλοντ Μονέ . Είναι το μεγαλύτερο από τα δεκαοκτώ έργα που ζωγράφισε ο Μονέ για την κοινότητά του, το Αρζεντέιγ, ενώ βρισκόταν κάτω από ένα στρώμα χιονιού κατά τη διάρκεια του χειμώνα του 1874-1875.

-------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Οι αναμνήσεις του χειμώνα ξεπροβάλλουν μέσα από τον πίνακα του Κλοντ Μονέ

Χρώματα ψυχρά, μπλε και γκρίζα, ζωντανεύουν το ξεθωριασμένο παρελθόν.
  Εικόνες που αναδύονται μέσα από το λευκό πέπλο του χρόνου.
  Ιστορίες κρυμμένες στις στέγες που λυγίζουν από το χιόνι. 
Μάτια που θολώνουν μπροστά στη σιωπή εκείνης της μέρας. 
Ωραία που ήταν η ζωή τότε, το κρύο μας έφερνε πιο κοντά. 
Νιώθω ακόμα τον παγωμένο αέρα να καίει τα μάγουλά μου. 
Ίχνη από βήματα στον δρόμο, που ο Μονέ κράτησε αιώνια. 
Αναμνήσεις που παγώνουν στον χρόνο.
Τότε που η κάθε νιφάδα ήταν μια υπόσχεση χαράς.
Ίδια η αίσθηση του πάγου στα δάχτυλα.
Κάθε πινελιά, ένα όνειρο που χάθηκε.
Απέραντη ερημιά, σαν τον δρόμο που χάνεται στο βάθος.

Ανάσα παγωμένη που βγαίνει σαν καπνός.
Περαστικοί που μοιάζουν με σκιές από τα παιδικά μου χρόνια. 
Ορίζοντας θολός, όπως οι σκέψεις ενός ηλικιωμένου που νοσταλγεί. 
Τοπίο ακίνητο, που αρνείται να λιώσει στη μνήμη μου. 
Υφαντό από βαμβάκι στρωμένο πάνω στη γη των ονείρων. 
Περήφανα δέντρα, γυμνά μα γεμάτα από κρυστάλλους. 
Ωχρό το φως του ήλιου, που προσπαθεί να τρυπήσει τα σύννεφα. 
Μορφές που χάνονται στην ομίχλη, συνοδοιπόροι της ζωής που δεν είναι πια εδώ. 
Αργά κυλάει το δάκρυ.
Ταξίδι επιστροφής στην αθωότητα, μέσα από έναν καμβά.
  Αιωνιότητα βρήκα σε αυτό το χιονισμένο μονοπάτι.


Συμμετέχει στο δρώμενο <<Χειμωνιάτικα Αποτυπώματα>> που διοργανώνει η αγαπημένη μας Αριστέα.



Καλό μήνα σε όλους!


Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2026

Μπλε ώρες του χειμώνα

Η μπλε ώρα είναι η περίοδος του λυκαυγούς (νωρίς το πρωί) ή του λυκόφωτος (νωρίς το βράδυ), όταν ο Ήλιος βρίσκεται σε σημαντικό βάθος κάτω από τον ορίζοντα. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, το εναπομένον ηλιακό φως παίρνει μια κυρίως σκούρα μπλε απόχρωση. Αυτή η απόχρωση διαφέρει από το γαλάζιο χρώμα του ουρανού σε μια καθαρή μέρα, η οποία προκαλείται από μοριακή σκέδαση.
         
                   Μπλε ώρες του χειμώνα
Λυκόφως βαθύ.
Αστροφεγγιά ουρανού.
Μπλε ώρες σιωπής.

Βουή στην ερημιά.
Πνίγει το χιόνι ξανά.
Μια κρυφή κραυγή.

Φράχτης στην ψυχή.
Σκίζει πάλι τη ζωή.
Ψυχρή φυλακή.

​Οι αναμνήσεις.
Σβήνουν μες στην καταχνιά.
Λευκό τοπίο.

​Δέντρα μοναχά.
Απέραντη μοναξιά.
Γυμνά κλαδιά πια.

Άβυσσος ξανά.
Παγιδευμένος εδώ.
Κλείνω τα μάτια.


Το ποίημα <<Μπλε ώρες του χειμώνα>> αποτελεί κύκλο χαϊκού (έξι χαϊκού μαζί). 

Ελπίζω να σας αρέσει. 

Συμμετέχει και αυτό στο αγαπημένο μου δρώμενο <<Χειμωνιάτικα αποτυπώματα>> που διοργανώνει η Αριστέα μας.

Εύχομαι μέσα στις κρύες και βροχερές μέρες του χείμωνα,να βρείτε την ανθρώπινη ζεστασιά που έχουμε πραγματικά ανάγκη.

Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2026

Χειμωνιάτικη Μελωδία στο Παρίσι

 Χειμωνιάτικη Μελωδία στο Παρίσι

                                    
                                  Στου Σηκουάνα τις όχθες το πιάνο αντηχεί,
σαν μια παλιά, μελωδική προσευχή.
Το Παρίσι απλώνεται σε λευκό καμβά,
κι ένα βιολί την ψυχή μας χαϊδεύει σιωπηλά.

Στο Λούβρο, τα φώτα τρεμοπαίζουν δειλά,
σαν μια κρυφή αγάπη που ο χρόνος κρατά.
Οι δρόμοι γύρω γεμίζουν με φως,
κι ο χειμώνας στο πλάι σου μοιάζει γλυκός.

Στην Παναγία των Παρισίων η σιωπή κατοικεί,
ενώ ο άνεμος ψιθυρίζει μια ευχή.
Το χιόνι στολίζει κάθε γωνιά,
κι η πόλη μας βλέπει με μάτια ανοιχτά.

Στη Μονμάρτρη το δειλινό αχνοσβήνει,
και μια ελπίδα η σκέψη μας δίνει.
Εκεί που ο κόσμος από κάτω σιωπά,
και η καρδιά μας με πάθος χτυπά.

Ο Πύργος του Άιφελ φαντάζει χρυσός,
στον έρωτά μας ένας φάρος πιστός.
Το κρύο του δρόμου μας σμίγει ξανά,
ενώ το φιλί μας τον χρόνο νικά.

Στο Πον Νεφ η στιγμή είναι τόσο ιερή,
μια λάμψη στα μάτια, μια αιώνια γιορτή.
Κάθε νιφάδα είναι ένα χάδι απαλό,
πάνω στο βλέμμα σου το φωτεινό.

Μια υπόσχεση μένει στον χρόνο γραπτή,
 στο λευκό το Παρίσι, μια νέα αρχή.




Αυτή είναι η συμμετοχή μου στο δρώμενο "Χειμωνιάτικα αποτυπώματα
 ( Ένα ποίημα για το xειμώνα) που διοργανώνει η αγαπημένη μας Αριστέα.


Εύχομαι γλυκές χειμωνιάτικες ημέρες σε όλους!


Τρίτη 13 Ιανουαρίου 2026

Απόψε τρώμε στης Σούλας...

 

Απόψε τρώμε στης Σούλας...

             Στο σαλόνι της Σούλας, το τζάκι σιγόκαιγε, δημιουργώντας μια γλυκιά χειμωνιάτικη θαλπωρή. Στην κουζίνα, η Σούλα, η Βούλα και η Τούλα, φίλες αχώριστες μια ζωή, είχαν στηθεί πάνω από το τσουκάλι, δεμένες με μια αγάπη που δεν την άγγιζε ούτε ο πάγος. Έξω από το παράθυρο, το χιόνι είχε σκεπάσει τα πάντα και η ησυχία του χωριού ήταν απέραντη, σαν ο χρόνος να είχε σταματήσει.

— «Βούλα, ρίξε το κρεμμύδι να γλυκάνει η φασολάδα», είπε η Σούλα ανακατεύοντας με την ξύλινη κουτάλα.  

  — «Το έριξα, Σούλα μου! Αλλά πρόσεχε το ανακάτεμα. Ο γλυκός μου ο Θανάσης, αν δεν βρει το φασόλι ολόκληρο, νομίζει ότι τρώει παιδική τροφή και μου γκρινιάζει!»

     Η Τούλα, που άπλωνε το καλαμποκάλευρο στο ταψί για την μπομπότα, τις κοίταξε με ύφος γεμάτο μυστήριο.   

    — «Κορίτσια, το μάθατε για τον εγγονό μου τον Γιαννάκη; Θα μας φέρει τη νύφη, αλλά λένε πως το κορίτσι είναι... vegan!»         

   — «Τι είναι αυτό, χριστιανή μου; Σαν όνομα από απορρυπαντικό ακούγεται», είπε η Σούλα σταυροκοπώντας τα χέρια της.     

   — «Θα πει πως δεν τρώει τίποτα από ζωντανό! Ούτε τυρί, ούτε αυγό, ούτε καν το μέλι μας!»       

     — «Παναγία μου», αναστέναξε η Σούλα, «και πώς θα στυλωθεί το κορίτσι; Εγώ θα της φτιάξω την μπομπότα τη λαδωτή να στανιάρει, κι ας λέει ό,τι θέλει!»

   Εκείνη την ώρα, η Βούλα, που τελευταία είχε γίνει πολύ ξεχασιάρα, άρπαξε το βάζο με το αλάτι. Έριξε μια γερή χούφτα και μετά από λίγο, βυθισμένη στις σκέψεις της και στις παλιές τους ιστορίες, ξέχασε τι έκανε και ξανάριξε άλλη μία. Η Σούλα και η Τούλα, για να σιγουρευτούν ότι το φαΐ θα γίνει νόστιμο, έριξαν κι εκείνες από λίγο κρυφά η μία από την άλλη.

  Όταν η μπομπότα βγήκε ροδοκόκκινη και η φασολάδα σερβιρίστηκε αχνιστή, κάθισαν οι τρεις τους στο τραπέζι. Με την πρώτη κουταλιά, τα μάτια τους άνοιξαν διάπλατα.

— «Παναγία μου!» φώναξε η Σούλα και πήγε να πέσει από την καρέκλα. «Η φασολάδα έγινε Αιγαίο Πέλαγος!»     

   — «Ε, δεν πειράζει, φιλενάδες μου», είπε η Τούλα και τις έπιασε και τις δύο σφιχτά από τα χέρια. «Βουτήξτε τη ζεστή μπομπότα μέσα και πιείτε από το σπιτικό λικέρ τριαντάφυλλο».

— «Σημασία έχει που είμαστε εδώ οι τρεις μας, αγαπημένες, με το τζάκι να μας ζεσταίνει την καρδιά. Το πιο σημαντικό πράγμα που έχουμε είναι που νοιάζεται η μια την άλλη στις εύκολες και στις δύσκολες στιγμές. Η φιλία μας είναι αυτό που μας κρατάει ζωντανές», συνέχισε η Τούλα.

 Και κάθισαν κοντά στο τζάκι, οι τρεις γιαγιάδες μιας άλλης εποχής, γελώντας σιγανά κάτω από το φως της λάμπας, νιώθοντας πως όσο υπάρχει αγάπη, όλα γίνονται.

                         


Αυτή είναι η συμμετοχή μου στο δρώμενο "Χειμωνιάτικα αποτυπώματα" που διοργανώνει η αγαπημένη μας Αριστέα.

Εύχομαι από καρδιάς όμορφες χειμωνιάτικες ημέρες σε όλους!