Κυριακή, 23 Φεβρουαρίου 2020

ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ




Η Κική Δημουλά, έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 89 ετών , την 22 Φεβρουαρίου 2020, μετά από σύντομη νοσηλεία στην Μονάδα Εντατικής Θεραπείας θεραπευτηρίου των βορείων προαστίων.  

Διακεκριμένη και πολυβραβευμένη ποιήτρια της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς, με μεγάλη απήχηση στο αναγνωστικό κοινό.

Η Βασιλική Ράδου, όπως ήταν το πατρικό της όνομα, γεννήθηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουνίου του 1931, με καταγωγή από την Καλαμάτα. Μετά τις εγκύκλιες σπουδές της, προσελήφθη ως υπάλληλος στην Τράπεζα της Ελλάδος, στην οποία εργάστηκε επί 25 χρόνια, έως το 1974, οπότε και συνταξιοδοτήθηκε. Για μια οκταετία εργάστηκε αποσπασμένη στη σύνταξη του περιοδικού Kύκλος, που εξέδιδε η τράπεζα, με λογοτεχνικό και οικονομικό περιεχόμενο, στο οποίο δημοσιεύονταν κείμενά της. Το 1954 παντρεύτηκε τον ποιητή Άθω Δημουλά (1921-1986), ο οποίος εργαζόταν ως πολιτικός μηχανικός στους Ελληνικούς Σιδηροδρόμους. Το ζευγάρι απέκτησε δύο παιδιά, τον Δημήτρη (1956) και την Έλση (1957).

Η Κική Δημουλά πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα το 1952 με την ποιητική συλλογή Ποιήματα, την οποία αποκήρυξε μετά από λίγο και την απέσυρε από την κυκλοφορία. Από τότε εξέδωσε τις ποιητικές συλλογές:

Έρεβος (1956)
Ερήμην (1958)
Επί τα ίχνη (1963)
Το λίγο του κόσμου (1971)
Το τελευταίο σώμα μου (1981)
Χαίρε ποτέ (1988)
Η εφηβεία της λήθης (1994)
Ενός λεπτού μαζί (1998)
Ποιήματα (συγκεντρωτική έκδοση 1998)
Ήχος απομακρύνσεων (2001)
Χλόη θερμοκηπίου (2005)
Συνάντηση (Ανθολογία με εβδομήντα τρία ζωγραφικά έργα του Γιάννη Ψυχοπαίδη, 2007)
Μεταφερθήκαμε παραπλεύρως (2007)
Τα εύρετρα ( 2010)
Το 1972 τιμήθηκε με το Β' Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή Το λίγο του κόσμου, το 1989 με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή Χαίρε Ποτέ, το 1996 με το Βραβείο Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών για τη συλλογή Η εφηβεία της λήθης και το 2001 με το Αριστείο των Γραμμάτων της Ακαδημίας Αθηνών, για το σύνολο του έργου της. Τον ίδιο χρόνο της απονεμήθηκε ο Χρυσός Σταυρός του Τάγματος της Τιμής από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Κωνσταντίνο Στεφανόπουλο.

Το 2002 εξελέγη τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, η τρίτη μόλις γυναίκα, που έτυχε αυτής της τιμής, από το ανώτατο πνευματικό ίδρυμα της Ελλάδας. Οι βραβεύσεις για την Κική Δημουλά συνεχίστηκαν το 2009 με το Ευρωπαϊκό Βραβείο Λογοτεχνίας για το σύνολο του έργου της και το 2010 με το Μεγάλο Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας, επίσης, για το σύνολο του έργου της. Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες του κόσμου (Αγγλικά Γαλλικά, Ισπανικά, Ιταλικά, Πολωνικά, Βουλγαρικά, Γερμανικά, Σουηδικά κ.ά.).

Το 2010, με την ευκαιρία της βράβευσης της με το Ευρωπαϊκό Βραβείο Λογοτεχνίας για το σύνολο του ποιητικού και του πεζού έργου της η Κική Δημουλά έγραψε αυτοβιογραφούμενη:
«Ένα βιογραφικό σημείωμα πρέπει, αφού γραφτεί, να μείνει επ' αρκετόν καιρό κρεμασμένο στον αέρα από ένα τσιγκέλι αυστηρότητας, ώστε να στραγγίξουν καλά τα στερεότυπα, οι ωραιοποιήσεις, η ρόδινη παραγωγικότης και ο πρόσθετος ναρκισσισμός, πέραν εκείνου που ενυπάρχει στη φύση μιας αυτοπαρουσίασης. Μόνον έτσι βγαίνει το καθαρό βάρος: το ήθος που επέβαλες να τηρεί η προσπάθειά σου.Τα πόσα βιβλία έγραψε κανείς, πότε τα εξέδωσε, ποιες μεταφράσεις τα μεταναστεύουν σε μακρινές ξένες γλώσσες και ποιες διακρίσεις τα χειροκροτούν είναι τόσο τρέχοντα, όσο το να πεις ότι μέσα σ' έναν βαρύτατο χειμώνα υπήρξαν και κάποιες μέρες με λαμπρή λιακάδα. Ωστόσο, επειδή αυτό είναι το υλικό της πεπατημένης, που δεν μπορεί να συνεχίσει τη χάραξή της με συνεσταλμένες καινοτόμες επιφυλάξεις, γεννήθηκα στην Αθήνα το 1931. Η παιδική ηλικία πέρασε χωρίς να αναδείξει το «παιδί θαύμα». Το 1949, τελειώνοντας το Γυμνάσιο, υπέκυψα εύκολα στο «πρέπει να εργαστείς», και εργάστηκα στην Τράπεζα της Ελλάδος είκοσι πέντε χρόνια. Ανώτερες σπουδές: η μακρά ζωή μου κοντά στον ποιητή 'Αθω Δημουλά. Χωρίς εκείνον, είμαι σίγουρη ότι θα είχα αρκεστεί σε μια ρεμβαστική, αμαθή τεμπελιά, προς την οποίαν, ίσως και σοφά, ακόμα ρέπω. Του οφείλω το λίγο έστω που της ξέφυγα, την ατελή έστω μύησή μου στο τι είναι απλώς φωνήεν στην ποίηση και τι είναι σύμφωνον με την ποίηση, του οφείλω ακόμα την πικρότατη δυνατότητα να μπορώ σήμερα, δημόσια, να τον μνημονεύω εις επήκοον της πολυπληθούς λήθης. Αυταπαρνητική, παραχωρήθηκα στο ρόλο της μητέρας και με τρυφερή γενναιότητα άκουσα να προσφωνούμαι «γιαγιά». Κυλώ τώρα με ψυχραιμία και χωρίς βλέψεις διαιωνίσεως μέσα σ΄ αυτές τις νέες παρακαμπτήριες του αίματός μου. Κυλώ και, όσο πλησιάζω στις εκβολές, όλο και ονειρεύομαι ότι θα μου πετάξει η ποίηση ένα σωσίβιο ποίημα. Δεν νιώθω δημιουργός. Πιστεύω ότι είμαι ένας έμπιστος στενογράφος μια πολύ βιαστικής πάντα ανησυχίας, που κατά καιρούς με καλεί και μου υπαγορεύει κρυμμένη στο ημίφως ενός παραληρήματος, ψιθυριστά, ασύντακτα και συγκεκομμένα, τις ακολασίες της με έναν άγνωστο τρόπο ζωής. Όταν μετά αρχίζω να καθαρογράφω, τότε μόνον, παρεμβαίνω κατ' ανάγκην: όπου λείπουν λέξεις, φράσεις ολόκληρες συχνά και το νόημα του οργίου, προσθέτω εκεί δικές μου λέξεις, δικές μου φράσεις, το δικό μου όργιο στο νόημα, ότι τέλος πάντων έχει περισσέψει από δικές μου ακολασίες με έναν άλλον, άγνωστο τρόπο ζωής. Τόσο μεταχειρισμένη και υπηρεσιακή είναι η ανάμειξή μου στη δημιουργία. Φύσει ολιγογράφος, εξέδωσα οκτώ ποιητικές συλλογές μέσα σε σαράντα πέντε χρόνια. Η σημασία τους είναι ακόμα συμβατική. Είναι γραμμένη στη λίστα αναμονής των μεγάλων επερχόμενων κυμάτων του μετα-κριτή χρόνου».

Η Κική Δημουλά έχει να επιδείξει και ένα μικρό σε έκταση αφηγηματικό έργο, μία επιλογή του οποίου περιέχεται στο βιβλίο Εκτός Σχεδίου (2005). Κυκλοφορούν, επίσης, η ομιλία που εκφώνησε στην Ακαδημία Αθηνών κατά την τελετή υποδοχής της με τίτλο Ο Φιλοπαίγμων Μύθος (2004) και η ομιλία της στην Αρχαιολογική Εταιρεία με τίτλο Έρανος σκέψεων (2009).

Ο ποιητικός λόγος της Κικής Δημουλά ακολούθησε μια εξελικτική πορεία, με επιδράσεις από την καβαφική ποίηση στο ξεκίνημά του και με βασικά χαρακτηριστικά στοιχεία τη λογοπλαστική τάση και την εικονοπλαστική ενάργεια. Ο προβληματισμός της Δημουλά, σαφώς υπαρξιακός, εκφράζει την αγωνιώδη αναζήτησή της για το νόημα της φθαρτής ανθρώπινης ζωής. Τα θέματα που κυριαρχούν στα ποιήματά της είναι η απουσία, η φθορά, η απώλεια, η μοναξιά και ο χρόνος. Στοιχεία της γραφής της είναι ο γοργός και αιχμηρός στίχος, ο ειρωνικός τόνος με τη χρήση των λέξεων της καθαρεύουσας, της τεχνολογίας, της αργκό ή και νεολογισμών, η φιλοπαίγμων διάθεση με την παράθεση αντίθετων ή ομόηχων λέξεων, η ηθελημένη αμέλεια στη σύνταξη και οι επαναλήψεις.


Πηγή: https://www.sansimera.gr/biographies/663

© SanSimera.gr

Άλλη μια σπουδαία πολυβραβευμένη ποιήτρια, Ακαδημαικός από τις πιο σημαντικές  Ελληνίδες  αλλά και ξεχωριστός  άνθρωπος έφυγε από κοντά μας .
Έχουμε όμως τα ποιήματά της  όλο το συγγραφικό και λογοτεχνικό έργο της να μας διδάσκει και να μας καθοδηγεί/

Την  ευχαριστούμε για όλα , ας αναπαυθεί η ψυχή της σε άλλα ουράνια μέρη.
ΚΑΛΟ ΤΑΞΙΔΙ

Κικής Δημουλά, «Φωτογραφία 1948»

Κρατώ λουλούδι μάλλον.
Παράξενο.
Φαίνετ’ απ’ τη ζωή μου
πέρασε κήπος κάποτε.
Στο άλλο χέρι
κρατώ πέτρα.
Με χάρη και έπαρση.
Υπόνοια καμιά
ότι προειδοποιούμαι γι’ αλλοιώσεις,
προγεύομαι άμυνες.
Φαίνετ’ απ’ τη ζωή μου
πέρασε άγνοια κάποτε.
Χαμογελώ.
Η καμπύλη του χαμόγελου,
το κοίλο αυτής της διαθέσεως,
μοιάζει με τόξο καλά τεντωμένο,
έτοιμο.
Φαίνετ’ απ’ τη ζωή μου
πέρασε στόχος κάποτε.
Και προδιάθεση νίκης.
Το βλέμμα βυθισμένο
στο προπατορικό αμάρτημα:
τον απαγορευμένο καρπό
της προσδοκίας γεύεται.
Φαίνετ’ απ’ τη ζωή μου
πέρασε πίστη κάποτε.
Η σκιά μου, παιχνίδι του ήλιου μόνο.
Φοράει στολή δισταγμού.
Δεν έχει ακόμα προφθάσει να είναι
σύντροφός μου ή καταδότης.
Φαίνετ’ απ’ τη ζωή μου
πέρασ’ επάρκεια κάποτε.
Συ δεν φαίνεσαι.
Όμως για να υπάρχει γκρεμός στο τοπίο,
για να ’χω σταθεί στην άκρη του
κρατώντας λουλούδι
και χαμογελώντας,
θα πει πως όπου να ’ναι έρχεσαι.
Φαίνετ’ απ’ τη ζωή μου
ζωή πέρασε κάποτε.
Από τη συλλογή Το λίγο του κόσμου (1971)

[πηγή: Κική Δημουλά, Ποιήματα, Ίκαρος, Αθήνα 62005, σ. 155-156]
εικόνα

Σάββατο, 15 Φεβρουαρίου 2020

ΛΕΛΑ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ Β΄ ΜΕΡΟΣ

ΛΕΛΑ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ  Β΄ MEΡOΣ







Μέσα σ᾽ αυτό τον κυκεώνα των πολιτικών, οικο­νο­μι­κών και κοινωνικών ανακατατάξεων που βιώνουμε στις ημέ­ρες μας και αποκαλούμε «παγκοσμιοποίηση», κάθε τι που μας φέρνει κοντά και μας ενώνει σαν Έθνος, κάθε τι που μας υπενθυμίζει πως είμαστε εκ γενετής οι φορείς και οι θεματοφύλακες της φλόγας του Ελληνικού Πνεύματος, κά­θετι που επισφραγίζει και προστατεύει την εθνική μας ταυ­τότητα που τόσο βάναυσα έχει πληγεί και όποιο άλλο ερέ­θισμα μπορεί να ζωντανέψει την λεβεντιά της ψυχής και της ράτσας μας αποτελεί επιβεβλημένο καθήκον διότι έχουμε υπάρξει και πρέπει να παραμείνουμε λαός αξιοπρεπής και υπερήφανος που δεν συμβιβά­ζεται και δεν υποκύπτει.
Σ᾽αυτό το πνεύμα και με όλη τη σεμνότητα που απαι­τεί­ται από μέρους μου, θα ήθελα να ζητήσω την κατανόηση του αναγνώστη για την ερασιτεχνική «συγγραφική» μου προσπά­θεια να μοιραστώ μαζί του αυτό το αφιέρωμα.
Έρχονται στιγμές στη ζωή μας που περνούν και φεύγουν χωρίς να μας αγγίξουν και άλλοτε, στιγμές που μένουν μαζί μας και μας συντροφεύουν για πάντα. Πιθανόν μία λέξη με νόημα, μία εικόνα ή και μία μορφή. Ελπίζω και εύχομαι η ακτινοβολία που εκπέμπει η λα­μπρή προσωπικότητα της Ηρωίδας γιαγιάς μου, να φωτίζει παντοτινά τη σκέψη μας, να μας εμπνέει το χρέος μας προς την Πατρίδα και να μας γεμίζει με υπερηφάνεια που είμαστε Έλληνες.
                                                                                         Λέλα Βύρωνος Καραγιάννη


   ΤΟ Β Ι Ο Γ Ρ Α Φ Ι Κ Ο ΤΗΣ
Η Λέλα Β. Καραγιάννη, γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα, όπου ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές της αποφοι­τώντας από τη Γαλλική Σχολή Saint Josef.
Από μικρή εκδήλωσε το ενδιαφέρον της για την οικογε­νεια­κή επιχείρηση και την τέχνη της αρωματοποιίας, την οποία διδάχθηκε από τον πατέρα και τον παππού της. Εργάστηκε κοντά τους επί μία δεκαετία, διευθύνοντας ένα από τα δύο καταστήματα πού της είχαν αναθέσει.
Αργότερα ταξίδεψε εκτεταμένα έως ότου εγκαταστάθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Εκεί σπούδασε την τεχνική και την θεωρία της Βυζαντινής-Ρώσικης αγιο­γραφίας κοντά στο διακεκριμένο Ρώσο Καθηγητή της Σχολής Καλών Τεχνών της Μό­σχας Βλάντισλαβ Αντρέγιεφ.
Παράλληλα οι γνώσεις και τα ενδιαφέροντά της εμπλουτί­σθηκαν από Σεμινάρια Φιλοσοφίας, Θεολογίας και Μεταφυσικής.
Κατά διαστήματα ασχολήθηκε με τις δημό­σιες σχέσεις του Μουσείου Γλυπτών και Ομοιω­μάτων Λουκίας Γεωργαντή.
Οι δεσμοί της με την γενέτειρά της και η αγάπη για την πατρίδα της την φέρνουν συχνά στην Ελλάδα, όπου ζει και παρα­μένει για μεγάλα διαστήματα και ασχολείται με την προβολή και την προώθηση του έργου της γιαγιάς της.
Με τη συνεργασία και συμμετοχή εξεχουσών προσωπικο­τήτων, ίδρυσε το Σύνδεσμο Ελλήνων Πολιτών Φίλων και Απογό­νων της Εθνικής Οργάνωσης Φυγαδεύσεων και Πληροφοριών «Λέλα Κα­ραγιάννη-Μπουμπουλίνα 1941-1944», του οποίου είναι Πρόεδ­ρος.
Ο Σύνδεσμος αυτός είναι ο μόνος νόμιμα εγκεκριμένος φορέας, που εκπροσωπεί τη μνήμη της Ηρωίδας και την ιστορική της Οργάνωση.
Είναι δωρήτρια προτομών καθώς και άλλων κειμηλίων της Ηρωίδας γιαγιάς της Λέλας Καραγιάννη, σε Κρατικά και Ιδιωτικά Μουσεία.
Το παρόν πόνημα είναι η πρώτη συγγραφική της προ­σπά­θεια.

ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ ΒΥΡ. ΛΕΛΑ ΛΕΛΑ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ Η ΘΡΥΛΙΚΗ ΓΙΑΓΙΑ ΜΟΥ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΕΛΑΣΓΟΣ  



Την Λέλα Καραγιάννη είχαμε την χαρά και τιμή να γνωρίσουμε από κοντά να την ακούσουμε να μιλάει για την γιαγιά της την Λέλα Καραγιάννη ,την ξακουστή και γενναία Ελληνίδα την Μπουμπουλίνα της Αντίστασης ,σε μια εκδήλωση για την μετονομασία ενός σχολείου της Αθήνας σε Λέλα Καραγιάννη.
Αυτό έγινε με δικές της προσπάθειες όταν τυχαία όπως είπε ανακάλυψε ότι ο δρόμος μπροστά από το σχολείο είχε ονομαστεί Λέλα Καραγιάννη και σε συνεργασία με το Υπουργείο Παιδείας ,τον αντίστοιχο δήμο και τον Διευθυντή του σχολείου.
Η ίδια δώρισε την προτομή που κοσμεί την είσοδο του σχολείου.
Τα έσοδα από την πώληση του βιβλίου της τα έδωσε για τις ανάγκες του σχολείου
,,,,,