Η αξία του «ταξιδεύειν»
Πολλές φορές αναρωτιόμαστε ποιο είναι το πολυτιμότερο συστατικό της ευτυχίας, η πεμπτουσία της ζωής που αξίζει να παλέψουμε για να κατακτήσουμε, έτσι ώστε να φτάσουμε έστω κι ένα βήμα πιο κοντά στην πολυπόθητη ευδαιμονία. Αν και η ευτυχία είναι κάτι εντελώς υποκειμενικό για τον κάθε άνθρωπο, οι περισσότεροι τουλάχιστον από εμάς θα συμφωνούσαμε πως ευτυχία είναι αδιαμφισβήτητα μια ευρεία συλλογή στιγμώνꞏ στιγμών ιδιαίτερων και ξεχωριστών για τον καθένα από εμάς.
Πολύτιμες και ανεξίτηλες στη μνήμη στιγμές μπορούν να μας χαρίσουν πολλά και διαφορετικά πράγματα στη ζωή. Ένα από αυτά είναι και τα ταξίδια. Η αξία των ταξιδιών είναι από κάθε άποψη ανεκτίμητη. Κι αυτό, γιατί τα ταξίδια έχουν το μοναδικό χάρισμα να συνδυάζουν όλα αυτά τα συστατικά στοιχεία που χρειάζεται πραγματικά ο άνθρωπος προκειμένου να εξελιχθεί πνευματικά και ψυχικά, να ολοκληρωθεί και τελικά να ευτυχήσει. Πνευματικές κατακτήσεις για όσους «ορέγονται φύσει του ειδέναι», απεριόριστη ψυχαγωγία, αλλά και ψυχική και σωματική υγεία είναι τα οφέλη που μπορεί κανείς να αποκομίσει από ένα απλό ταξίδι.
Καλώς ή κακώς, ζούμε σε μια εποχή που η καθημερινότητα απαιτεί από εμάς μεγάλα ποσά ενέργειας και ψυχικών αποθεμάτων, προκειμένου να αντεπεξέλθουμε επιτυχώς στους ταχείς και άκρως πιεστικούς και απαιτητικούς ρυθμούς ζωής. Μέσα, λοιπόν, σ’ αυτόν τον κυκεώνα των αλλεπάλληλων υποχρεώσεων και δυσκολιών, συχνά παρασυρόμαστε από τη ρουτίνα της καθημερινότητας και λησμονούμε να προσφέρουμε στον εαυτό μας ένα πολύτιμο δώρο: στιγμές προσωπικής ηρεμίας και ικανοποίησης.
Τα ταξίδια είναι μια ευκαιρία για φυγή από την, πολλές φορές, πληκτική και αγχογόνο πραγματικότητα, αλλά και ένας τρόπος για μια καλύτερη γνωριμία με τον ίδιο σου τον εαυτό και τα «θέλω» του. Η αλλαγή παραστάσεων σε συνδυασμό με τη συσσώρευση καινούριων εμπειριών και αναμνήσεων στην παρακαταθήκη του καθενός, καθιστά τα ταξίδια τον πλέον ενδεδειγμένο τρόπο ψυχικής εκτόνωσης και αναζωογόνησης του κάθε ανθρώπου.
Ακόμη, ο συγχρωτισμός ανθρώπων ενδεχομένως διαφορετικής εθνικής προέλευσης και κουλτούρας, σε συνδυασμό με την πνευματική μέθεξη με τον πολιτισμό του τόπου που επισκέπτεται κανείς, συμβάλλουν στην ευρύτερη μόρφωση του ανθρώπου, τη διεύρυνση των πνευματικών του οριζόντων, καθώς και τη γνώση και υιοθέτηση νέων τρόπων ζωής και σκέψης.
Επιπλέον, μέσα από τη διάδοση και ανταλλαγή ιδεών που παρέχουν τα ταξίδια, μπορεί να επιτευχθεί μια γόνιμη και υγιής επικοινωνία και γνωριμία διαφορετικών λαών. Το τελευταίο μπορεί να αποτελέσει σπουδαίο επίτευγμα στην προσπάθεια της ανθρωπότητας για την άρση των εθνικιστικών προκαταλήψεων, τον περιορισμό του ρατσισμού και την επικράτηση της διακρατικής ειρήνης και συνεργασίας.
Συμπερασματικά, διαφαίνεται πως τα ταξίδια δεν είναι κάτι απλό… Στην πραγματικότητα, αυτές οι μικρές αποδράσεις από την καθημερινότητα κρύβουν πολλά περισσότερα. Είναι μία από τις λίγες μορφές πραγματικής ψυχαγωγίας, που συνδυάζει με τον ωραιότερο δυνατό τρόπο τη γνώση με τη διασκέδαση και που αποτελεί μια αστείρευτη πηγή πολύτιμων και αξέχαστων αναμνήσεων και εμπειριών.
[Κείμενο της Ηλέκτρας Χατζηδημητρίου, από το διαδίκτυο 12-08-2016].
Φωνή απ’ την Θάλασσα - Κ. Π. Καβάφης
Βγάζει η θάλασσα κρυφή φωνή – φωνή που μπαίνει μες στην καρδιά μας και την συγκινεί και την ευφραίνει.
Τραγούδι τρυφερό η θάλασσα μας ψάλλει, τραγούδι που έκαμαν τρεις ποιηταί μεγάλοι, ο ήλιος, ο αέρας και ο ουρανός.
Το ψάλλει με την θεία της φωνή εκείνη, όταν στους ώμους της απλώνει την γαλήνη σαν φόρεμά της ο καιρός ο θερινός.
Φέρνει μηνύματα εις ταις ψυχαίς δροσάτα η μελωδία της.
Τα περασμένα νειάτα θυμίζει χωρίς πίκρα και χωρίς καϋμό. Ο
ι περασμένοι έρωτες κρυφομιλούνε, αισθήματα λησμονημένα ξαναζούνε μες στων κυμάτων τον γλυκόν ανασασμό.
Τραγούδι τρυφερό η θάλασσα μας ψάλλει, τραγούδι που έκαμαν τρεις ποιηταί μεγάλοι, ο ήλιος, ο αέρας και ο ουρανός.
Και σαν κυττάζεις την υγρή της πεδιάδα, σαν βλέπεις την απέραντή της πρασινάδα, τον κάμπο της πούναι κοντά και τόσο μακρυνός, γεμάτος με λουλούδια κίτρινα που σπέρνει το φως σαν κηπουρός, χαρά σε παίρνει και σε μεθά, και σε υψώνει την καρδιά. Κι αν ήσαι νέος, μες σταις φλέβες σου θα τρέξη της θάλασσας ο πόθος· θα σε ’πη μια λέξι το κύμα απ’ τον έρωτά του, και θα βρέξη με μυστική τον έρωτά σου μυρωδιά. Βγάζει η θάλασσα κρυφή φωνή – φωνή που μπαίνει μες στην καρδιά μας και την συγκινεί και την ευφραίνει. Τραγούδι είναι, ή παράπονο πνιγμένων; – το τραγικό παράπονο των πεθαμένων, που σάβανό των έχουν τον ψυχρόν αφρό, και κλαίν για ταις γυναίκες των, για τα παιδιά των, και τους γονείς των, για την έρημη φωλιά των, ενώ τους παραδέρνει πέλαγο πικρό, σε βράχους και σε πέτραις κοφτεραίς τους σπρώχνει, τους μπλέκει μες στα φύκια, τους τραβά, τους διώχνει, κ’ εκείνοι τρέχουνε σαν νάσαν ζωντανοί με ολάνοιχτα τα μάτια τρομαγμένα, και με τα χέρια των άγρια, τεντωμένα, από την αγωνία των την υστερνή. Τραγούδι είναι, ή παράπονο πνιγμένων;— το τραγικό παράπονο των πεθαμένων που κοιμητήριο ποθούν χριστιανικό. Τάφο, που συγγενείς με δάκρυα ραντίζουν, και με λουλούδια χέρια προσφιλή στολίζουν, και που ο ήλιος χύνει φως ζεστό κ’ ευσπλαγχνικό. Τάφο, που ο πανάχραντος Σταυρός φυλάει, που κάποτε κανένας ιερεύς θα παή θυμίαμα να κάψη και να ‘πη ευχή. Χήρα τον φέρνει που τον άνδρα της θυμάται ή υιός, ή κάποτε και φίλος που λυπάται. Τον πεθαμένο μνημονεύουν· και κοιμάται πιο ήσυχα, συγχωρεμένη η ψυχή.
Η Θάλασσα -Ντίνος Χριστιανόπουλος
«Η θάλασσα είναι σαν τον έρωτα: μπαίνεις και δεν ξέρεις αν θα βγεις. Πόσοι δεν έφαγαν τα νιάτα τους – μοιραίες βουτιές, θανατερές καταδύσεις, γράμπες, πηγάδια, βράχια αθέατα, ρουφήχτρες, καρχαρίες, μέδουσες. Αλίμονο αν κόψουμε τα μπάνια Μόνο και μόνο γιατί πνίγηκαν πεντέξι. Αλίμονο αν προδώσουμε τη θάλασσα Γιατί έχει τρόπους να μας καταπίνει. Η θάλασσα είναι σαν τον έρωτα: χίλιοι τη χαίρονται – ένας την πληρώνει.»
Ὁ Οὐρανός – Μανώλης Αναγνωστάκης
Πρῶτα νὰ πιάσω τὰ χέρια σου Νὰ ψηλαφίσω τὸ σφυγμό σου Ὕστερα νὰ πᾶμε μαζὶ στὸ δάσος Ν᾿ ἀγκαλιάσουμε τὰ μεγάλα δέντρα Ποὺ στὸν κάθε κορμὸ ἔχουμε χαράξει Ἐδῶ καὶ χρόνια τὰ ἱερὰ ὀνόματα Νὰ τὰ συλλαβίσουμε μαζὶ Νὰ τὰ μετρήσουμε ἕνα-ἕνα Μὲ τὰ μάτια ψηλὰ στὸν οὐρανὸ σὰν προσευχή. Τὸ δικό μας τὸ δάσος δὲν τὸ κρύβει ὁ οὐρανός. Δὲν περνοῦν ἀπὸ δῶ ξυλοκόποι. Σαν δέσμη από τριαντάφυλλα - Κώστας Καρυωτάκης Σαν δέσμη από τριαντάφυλλα είδα το βράδυ αυτό. Κάποια χρυσή, λεπτότατη στους δρόμους ευωδιά. Και στην καρδιά αιφνίδια καλοσύνη. Στα χέρια το παλτό, στ' ανεστραμμένο πρόσωπο η σελήνη. Ηλεκτρισμένη από φιλήματα θα 'λεγες την ατμόσφαιρα. Η σκέψις, τα ποιήματα, βάρος περιττό. Έχω κάτι σπασμένα φτερά. Δεν ξέρω καν γιατί μας ήρθε το καλοκαίρι αυτό. Για ποιαν ανέλπιστη χαρά, για ποιες αγάπες, για ποιο ταξίδι ονειρευτό.
Ὁ πράσινος κῆπος – Νικηφόρος Βρεττάκος
Ἔχω τρεῖς κόσμους. Μιὰ θάλασσα, ἕναν οὐρανὸ κι ἕναν πράσινο κῆπο: τὰ μάτια σου. Θὰ μποροῦσα ἂν τοὺς διάβαινα καὶ τοὺς τρεῖς, νὰ σᾶς ἔλεγα ποῦ φτάνει ὁ καθένας τους. Ἡ θάλασσα, ξέρω. Ὁ οὐρανός, ὑποψιάζομαι. Γιὰ τὸν πράσινο κῆπο μου, μὴ μὲ ρωτήσετε.
Σῶμα τοῦ καλοκαιριοῦ - Οδυσσέας Ελύτης
Ὢ σῶμα τοῦ καλοκαιριοῦ γυμνὸ καμένο Φαγωμένο ἀπὸ τὸ λάδι κι ἀπὸ τὸ ἀλάτι Σῶμα τοῦ βράχου καὶ ῥῖγος τῆς καρδιᾶς Μεγάλο ἀνέμισμα τῆς κόμης λυγαριᾶς Ἄχνα βασιλικοῦ πάνω ἀπὸ τὸ σγουρὸ ἐφηβαῖο Γεμᾶτο ἀστράκια καὶ πευκοβελόνες Σῶμα βαθὺ πλεούμενο τῆς μέρας!
Ἀπαγορεύεται ἡ ἔξοδος - Τάσος Λειβαδίτης
Νύχτα. Μονάχα τ᾿ ἄστρα. Καὶ πέρα τὸ βάθος τοῦ ὁλάνοιχτου ὁρίζοντα— ἐκεῖ ποὺ πᾶνε οἱ ἄνθρωποι χωρὶς τὰ ὀνόματά τους.
Ἕνα ἔρημο ἄνθος – Νίκος Καρούζος
Βαθύτερο ἀπ᾿ τὴν ἀγάπη καὶ τὴν ταραχὴ ποὺ φέρνει μέσ᾿ στὸ στῆθος ἡ ἐπιθυμία ζεῖ στὸ θαλάσσιο βράχο ἕν᾿ ἄνθος ὁλομόναχο. Ποιὰ φωνὴ τὸ κυρίεψε καὶ μοιάζει σὰν νὰ δείχνει τὴν ἄγνωστη γαλήνη μὲ μικρὰ χρώματα... Εἶναι βγαλμένο στοὺς κινδύνους τῆς χαρᾶς ἀμέριμνο σὰν ἰδέα. Είμαι αυτή η ροή της άμμου που γλιστράει – Σάμιουελ Μπέκετ Είμαι αυτή η ροή της άμμου που γλιστράει ανάμεσα στο βότσαλο και στον αμμόλοφο η καλοκαιρινή βροχή πέφτει πάνω στη ζωή μου πάνω σ' εμένα η ζωή μου που μου ξεφεύγει με καταδιώκει και θα σβήσει τη μέρα που άρχισε αγαπημένη στιγμή σε βλέπω μέσα σ' αυτό το παραπέτασμα της ομίχλης που χάνεται όπου δε θα 'χω παρά να πατήσω σ' αυτά τα μακριά κινούμενα κατώφλια και θα ζήσω όσο ν' ανοιγοκλείσει μια πόρτα
Πλάνα – Θωμάς Γκόρπας
Σε πρώτο πλάνο υπάρχει μια ερημιά γεμάτη χρώματα στολίδια ραντεβού και μίση στο δεύτερο η αγάπη στο τρίτο πάλι μια ερημιά και βουτηγμένη τώρα σε πηχτό σκοτάδι στο τέταρτο πάλι η αγάπη τώρα τυφλή και μεθυσμένη στο πέμπτο πάλι μια ερημιά μαύρη και στάζει αίμα στο έκτο ούτε ερημιά ούτε αγάπη με ή χωρίς φως ή σκοτάδι στο έκτο μεταμεσονύκτιος δρόμος καλοκαιρινός και ένας άντρας βιαστικός καπνίζοντας τον διασχίζει η νύχτα λάμπει σαν ημέρα και μονάχα το γλυκό αεράκι δροσίζει τα καμένα φύλλα της καρδιάς του...
Το καλοκαίρι – Κωστής Παλαμάς
Απ' το κανάλι οι πάσσαρες με τ' απλωτά πανιά γυρίζουν πρίμα, μας φέρνουν τα ζακυθιανά λουλούδια τ' ακριβά, το πέρασμά τους γλύκανε κ' εσένα, πικρό κύμα! Και πιο καλοπιθύμητα και πιο φανταχτερά κι από τα κρίνα, πάσσαρες γοργοσάλευτες, με τ' άσπρα σας φτερά, μας φέρνετε τ' αγόρια μας απ' τη μεγάλη Αθήνα. Κι ανοίχτε, λιακωτά, χλωρά, φουντώστε, πασκαλιές, του πόθου τη σκόλη˙ και σείστε τα μαντήλια σας ανάερα, λιγερές˙ παραμονεύουν οι έρωτες˙ ετοιμαστήτε, μώλοι, το καλοκαίρι μύρισε˙ προσμένουν οι αμμουδιές και τα πρυάρια, πριν έμπης, άθεη χειμωνιά, να γίνουν εκκλησιές˙ οι ερωτεμένοι λειτουργοί και τα φιλιά τροπάρια.
Μια εποχή στην Κόλαση – Αρθούρος Ρεμπώ (απόσπασμα)
Καλοκαίρι τέσσερις το χάραμα Στου έρωτα τον ύπνο βυθισμένοι Το δασάκι στην αχνοβολή τη μυρωμένη Από το νυχτερινό ξεφάντωμα. Πέρα εκεί, στο ξυλουργείο το αχανές Στων Εσπερίδων την ανατολή Πηγαινοέρχονται ανασκουμπωμένοι Οι Μαραγκοί. Μες στων νεφών τις Ερημιές και τη γαλήνη Θόλους λαμπρούς θα στήσουν Oπου οι άνθρωποι Ψεύτικους ουρανούς θα ζωγραφίσουν. Α! τι Τεχνίτες λεβεντιά Στη Βαβυλώνα υπήκοοι κάποιου βασιλιά Λιγάκι, για χάρη τους, Αφροδίτη Τους στεφανωμένους εραστές ν' αφήσεις. Των Εραστών Βασίλισσα εσύ Κέρασε τους εργάτες με ρακή Να ανασάνουν λίγο απ' τη δουλειά Να 'ρθει το μεσημέρι, να βρουν θαλασσινή δροσιά.
Ξαπλωμένοι στην αμμουδιά – Ντύλαν Τόμας
Ξαπλωμένοι στην αμμουδιά, ατενίζοντας το κίτρινο και τη μουντή θάλασσα, περίγελως εμείς που χλευάζουμε που ακολουθούμε τα κόκκινα ποτάμια, κούφια εσοχή λέξεων πέρα από τον ίσκιο των τζιτζικιών, διότι σε τούτο τον κίτρινο τάφο άμμου και θάλασσας μια επίκληση για χρώμα καλεί με τον αγέρα μουντή και ζωηρή όπως ο τάφος κι η θάλασσα καθώς κοιμούνται ούτως ή άλλως. Οι σεληνιακές σιωπές, η σιωπηλή παλίρροια που γλείφει τα ακίνητα κανάλια, ο ξηρός άρχοντας της παλίρροιας ζαρωμένος ανάμεσα σε αμμοθύελλα και νεροποντή, πρέπει να θεραπεύσουν τα δεινά μας από το νερό με μια μονόχρωμη γαλήνη· η ουράνια μουσική πάνω από την άμμο ηχεί μαζί με τους κόκκους που βιάζονται να κρύψουν τα χρυσαφένια βουνά και τις οικίες της μουντής, ζωηρής, παράκτιας γης που ζώνει αρχοντική κορδέλα, ξαπλωμένοι εμείς, ατενίζουμε το κίτρινο, ευχόμαστε ο άνεμος να διώξει μακριά τη μορφολογία της ακτής και τον πνιγμένο κόκκινο βράχο· μα οι ευχές δεν αποφέρουν, μήτε μπορούμε ν' αποφύγουμε την άφιξη του βράχου, ξαπλώνουμε ατενίζοντας το κίτρινο έως ότου ο χρυσαφένιος καιρός διαρρηχθεί, ω αίμα της καρδιάς μου, όπως μια καρδιά ή έ
“Στάλα στάλα συνάζει μέσα της η καρυδιά τη σκοτεινή δροσιά. Το κυπαρίσσι ερημώνει γύρω του τα πάντα κι απομένει δασύ, κυρίαρχο. Ίδια και ο πλάτανος. Προστάτες φασματικοί των κάμπων της Αργολίδας και της Αρκαδίας.
Η συκιά σταυρώνει τα χλωμά της μέλη, τεντώνεται μες στο πετσί της το γυαλιστερό και χνουδάτο, τέλος, κάποτε, στρογγυλοκάθεται μέσα στην ίδια της την ευωδιά.
Οι ροδιές ανάβουνε σαν κοκόρια. Η ελιά, δίχως να το πολυσκεφτεί, δίνεται στον ήλιο, στον άνεμο, σ’ όλα τα στοιχεία που ρημάζουνε το κορμί της.
Οι ροδοδάφνες, που μοσκοβολούνε πικραμύγδαλο, σαλεύουνε, όμοια νερό, βαθιά στις κοίτες των ξεροπόταμων.
Σιγά σιγά, μες στο κατακαλόκαιρο, το φως αφανίζει την Ελλάδα. Χωνεύει τα νησιά, εξουδετερώνει τις θάλασσες, αχρηστεύει τους ουρανούς. Μήτε που βλέπεις πια βουνά, μήτε δέντρα, μήτε πολιτείες, μήτε χώμα και νερό. Άφαντα όλα.
Πιωμένος φως – μονάχα μια σκιά μαύρη – ο άνθρωπος. Μια σκιά που μεγαλώνει, δυσανάλογα προστατευμένη από την ίδια του τη θυσία.
Η αντίσταση σ’ ένα τέτοιο φως: να ποιο είναι το βαθύτερο νόημα της ελληνικής αρχιτεκτονικής.
Μέσα στη διαφάνεια, ποιο διάφανος ακόμη, πιο λευκός, ο Παρθενώνας δικαιώνει μυστηριακά την ύπαρξή του την ώρα που το μεσημέρι το αττικό φτάνει στη μεγαλύτερή του ένταση κι όπου μονάχα νεράιδες τριγυρνάν μες στο θαμπωτικό διάστημα.
Η Ελλάδα στους χάρτες ανύπαρχτη.
Λες και βρήκε ο κόσμος το μακαρισμένο τέλος του σ’ αυτή την απόλυτη ισότητα.
Κι όμως, το ίδιο αυτό φως, το αστραφταβόλο, το καταιγιστικό, που αναιρεί την Ελλάδα μες στα μεσημέρια, την αποκαθιστά πάλι το ηλιοβασίλεμα κάτω από τα φαντασμαγορικά πυροτεχνήματα του δειλινού και αργότερα κάτω από την τρυφερή παρουσία της Σελήνης.
Τότε ξαναβρίσκει τον εαυτό της η Ελλάδα. Ξαναγίνεται αυτό που πραγματικά είναι. Ξαναπαίρνει στους χάρτες τη θέση που της αξίζει. Θέλω να πω τη θέση των ονείρων.”
(Ο. Ελύτης, Εν λευκώ, Ίκαρος)
Γιάννης Ρίτσος, «Παιχνίδια τ’ ουρανού και του νερού»
“Η αλυσιδίτσα στο λαιμό σου,
τ’ αστράκι της αυγής στα φύλλα,
σκοινιά, καράβια και φανάρια,
γλάροι, καθρέφτες και καρποί-
τα κατάρτια μπουμπουκιάσανε.
Όμορφη, Θε μου, που ‘ναι η πλάση,
μύρια ποτήρια του νερού
φρεσκοπλυμένα, σκουπισμένα
στο περιγιάλι αστράφτουνε.
Απ’ όλα πίνω το γαλάζιο,
κι ακόμη, γιε μου, να μεθύσω.”
“Στα μεγάλα κόσκινα του καλοκαιριού,
κοκκινίζεις του ήλιου το κριθάρι,
το φλουρί, το κεχριμπάρι
παίζει στο λαιμό σου,
παίζει στα δυο σου χέρια
και στο κούτελό σου.
Κι όλο κοσκινίζεις
και ψωμί δε φτιάχνεις.
Πώς χορταίνει κι αυγαταίνεις;
Πώς χορταίνουνε τα δέντρα σου
και τα πρόβατά σου;
Κι ο γιαλός, ο αστραφτερός
σα γαλάζιος σκύλος
κάθεται στα πισινά του
και σαλεύει την ουρά του,
και του ρίχνεις μια ματιά
στα πεταχτά
και χορταίνει, – πώς χορταίνει
τέτοιος σκύλος;
Μες στον κάμπο η κόκκινη εκκλησιά
και στη ράχη ο άσπρος μύλος.
Και προτού το δείλι γείρει
έφτιαξες τον ήλιο όλο μελοπίτες
και κουλούρες του χορού
για τους κυνηγούς και τ’ άτια του νερού
για της Άγιας Πελαγίας το πανηγύρι.”
(Γιάννης Ρίτσος, «Παιχνίδια τ’ ουρανού και του νερού», Κέδρος)
Να
σ’αγναντεύω θάλασσα-Κώστας Βάρναλης
Να
σ’ αγναντεύω, θάλασσα,
να μη χορταίνω
απ’ το βουνό ψηλά
στρωτή και καταγάλανη
και μέσα να πλουταίνω
απ’ τα μαλάματά
σου τα πολλά.
Να ναι χινοπωριάτικον
απομεσήμερο,
όντας μετ’ άξαφνη
νεροποντή
χυμάει μες απ’ τα σύνεφα
θαμπωτικά γελώντας
ήλιος χωρίς
μαντύ.
Να ταξιδεύουν στον αγέρα τα
νησάκια,
οι κάβοι, τ’ ακρόγιαλα σαν
μεταξένιοι αχνοί
και με τους γλάρους
συνοδιά κάποτ’ ένα καράβι
ν’ ανοίγουν
να το παίρνουν οι ουρανοί.
Έτσι να
στέκω, θάλασσα, παντοτεινέ έρωτά μου
με
μάτια να σε χαίρομαι θολά
και να ναι
τα μελλούμενα στην άπλα σου μπροστά
μου,
πίσω κι αλάργα βάσανα πολλά.
Μαγική
εικόνα, Θωμάς Γκόρπας
Αύγουστος
Κυριακή,η Ελλάδα πλάι στη θάλασσα:
ήλιος
δροσιά πεύκα φαί κρασί κι αγάπη.
Στο
πικάπ έπαιζε ασταμάτητα
του Τσιτσάνη
η «Συννεφιασμένη Κυριακή».
Και κανείς
δεν είπε ν’αλλάξει ο δίσκος…
Κλεψύδρα,
Μίλτος Σαχτούρης
Όλα γύρω της
τώρα
είναι
ζεστά
μόνο καμιά φορά
θυμάται
πως
κρύωνε.
Θερινό Ηλιοστάσι, Γιώργος
Σεφέρης
Ἡ θάλασσα ποὺ ὀνομάζουν
γαλήνη
πλεούμενα κι ἄσπρα πανιὰ
μπάτης
ἀπὸ τὰ πεῦκα καὶ τ᾿ Ὄρος τῆς
Αἴγινας
λαχανιασμένη ἀνάσα·
τὸ
δέρμα σου γλιστροῦσε στὸ δέρμα της
εὔκολο
καὶ ζεστὸ
σκέψη σχεδὸν ἀκάμωτη κι
ἀμέσως ξεχασμένη.
Μὰ στὰ ρηχὰ
ἕνα
καμακωμένο χταπόδι τίναξε μελάνι
καὶ
στὸ βυθὸ –
ἂν συλλογιζόσουν ὡς ποῦ
τελειώνουν τὰ ὄμορφα νησιά.
Σὲ
κοίταζα μ᾿ ὅλο τὸ φῶς καὶ τὸ σκοτάδι
ποὺ ἔχω.
Τα Ρω του Έρωτα, Οδυσσέας
Ελύτης
Ο Αύγουστος ελούζονταν
μες
στην αστροφεγγιά
κι από τα γένια του
έσταζαν
άστρα και γιασεμιά.
Αύγουστε
μήνα και Θεέ
σε σένανε ορκιζόμαστε
πάλι
του χρόνου να μας βρεις
στο βράχο να
φιλιόμαστε.
Ο Αύγουστος ελούζονταν
μες
στην αστροφεγγιά
κι από τα γένια του
έσταζαν
άστρα και γιασεμιά.
Απ’
την Παρθένο στο Σκορπιό
χρυσή κλωστή
να ράψουμε
κι έναν θαλασσινό σταυρό
στη
χάρη σου ν’ ανάψουμε.
Η νύχτα στο
Νησί, Πάμπλο Νερούδα
Όλη τη νύχτα
κοιμήθηκα μαζί σου
στη θάλασσα πλάι,
στο νησί.
Άγρια ήσουν και γλυκιά
ανάμεσα στην ηδονή και στον ύπνο,
ανάμεσα
στη φωτιά και στο νερό.
Ίσως πολύ
αργά
τα όνειρά μας ενώθηκαν
στο
ύψος ή στο βάθος,
ψηλά σαν τα κλαδιά
που τα κουνάει ο ίδιος άνεμος,
κάτω
σαν ρίζες κόκκινες που ακουμπάνε μεταξύ
τους.
Ίσως το όνειρό σου
απομακρύνθηκε
απ’ το δικό μου
και στη σκοτεινή
θάλασσα
με αναζητούσε
όπως πριν
όταν
ακόμα δεν υπήρχες,
όταν χωρίς να σε
διακρίνω
έπλεα στο πλευρό σου,
και
τα μάτια σου γύρευαν
αυτό που τώρα
−
ψωμί, κρασί, έρωτα και θυμό −
σου
προσφέρω απλόχερα
γιατί είσαι το
κύπελλο
που περίμενε τα δώρα της ζωής
μου.
Κοιμήθηκα μαζί σου
όλη τη
νύχτα που
η γη η σκοτεινή γυρίζει
με
ζωντανούς και πεθαμένους,
κι όταν
ξύπνησα στα ξαφνικά
μες στο σκοτάδι
το
χέρι μου είχα γύρω από τη μέση σου.
Ούτε
η νύχτα ούτε ο ύπνος
μπόρεσαν να μας
χωρίσουν.
Κοιμήθηκα μαζί σου
και
μόλις ξύπνησα το στόμα σου
βγαλμένο
απ’ το όνειρό σου
μου έδωσε τη γεύση
της γης,
του θαλασσινού νερού, των
φυκιών,
του βυθού της ζωής σου,
και
δέχτηκα το φιλί σου
μουσκεμένο από
την αυγή
σα να μου ερχόταν
από τη
θάλασσα που μας κυκλώνει.
Η πιο όμορφη
θάλασσα, Ναζίμ Χικμέτ
Θα γελάσεις
απ’ τα βάθη των χρυσών σου ματιών
είμαστε
μες στο δικό μας κόσμο
Η πιο όμορφη
θάλασσα
είναι αυτή που δεν έχουμε
ακόμα ταξιδέψει
Τα πιο όμορφα παιδιά
δεν έχουν μεγαλώσει ακόμα
Τις πιο
όμορφες μέρες μας
δεν τις έχουμε
ζήσει ακόμα
Κι αυτό που θέλω να σου
πω
το πιο όμορφο απ’ όλα,
δε στο
`χω πει ακόμα.
Εκεί είναι, Γιώργος
Βέης
Για τα καλοκαίρια που έρχονται
για
όσα μας υπόσχονται από τώρα
και μας
φτιάχνουν τη μέρα
δεν χρειάζεται να
περιμένουμε
ας κοιταχτούμε μόνο στα
μάτια
όχι βιαστικά κι επιπόλαια
όπως
συνήθως συμβαίνει
μ’ εκείνη την
ευπρέπεια της συνήθειας
και της
παρακμής αυτών των καιρών
αλλά,
κρατώντας ο ένας τα χέρια του
άλλου
απερίσπαστοι, με αφοσίωση
επιτέλους
ας μείνουμε βαθιά μέσα
στο
βλέμμα το συντροφικό
γιατί απλούστατα
εκεί
με υπομονή
με πίστη ακλόνητη
μας
περιμένουν όλα τα καλοκαίρια
από εδώ
και πέρα.
Τρεις εραστές, Μίλτος
Σαχτούρης
Στις βραδινές βρεγμένες
στράτες
Αχνίζει ένα φως θαλασσί
Πλατύ
χέρι στην καρδιά
Βήματα ερειπωμένα
Τρεις
εραστές διαβαίνουν απ΄ τα χέρια
πιασμένοι.
Ο πρώτος…
Κρέμασε σ’
ένα δέντρο την αγάπη του
Τα μεσάνυχτα
προσεύχεται κάτω απ’ το δέντρο
Να
κατέβει η αγάπη πιασμένη απ’ τα φύλλα
Να
κοπάσει η πλημμύρα των φύλλων …που
λιώνουν
Τα δάκρυα του στο χώμα τα
πίνει ένας σκύλος
Η αγάπη στα κλαδιά
τον πετροβολάει
Το δέντρο ουρλιάζει
ο αγέρας
Ο δεύτερος…
Χάρισε την
αγάπη του σ’ έναν τρελό βιολιστή
Ο
τρελός την επήρε τραγούδι
Βρέχει ο
ουρανός λουλούδια νομίσματα
Αντηχούνε
οι δρόμοι τ’ ολέθριο βιολί
Της αγάπης
το τραγούδι το ‘χουν μάθει τώρα όλοι
Με
χείλια σμιχτά μελανά το σφυρίζουν
Μόνο
αυτός δεν το ξέρει
Ο τρίτος…
Έκανε
την αγάπη του καράβι
Την κατευόδωσε
στις τρεις θάλασσες
Τώρα έγινε πάλι
παιδί
Φτιάχνει πύργους με άμμο
Και
μαζεύει χαλίκια κοχύλια
Και προσμένει
να γυρίσει ξανά
Το καράβι η αγάπη
Στην
καρδιά τους έχουν κι οι τρεις χαράξει
ένα δέντρο
Ένα βιολί σιμά στ’ αυτί
θα τους τρελάνει
Κι ο καπετάνιος
παίζει στο βυθό με τα κοράλλια.




















Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Μου αρέσει να διαβάζω τα σχόλια σας