Απόψε τρώμε στης Σούλας...
Στο σαλόνι της Σούλας, το τζάκι σιγόκαιγε, δημιουργώντας μια γλυκιά χειμωνιάτικη θαλπωρή. Στην κουζίνα, η Σούλα, η Βούλα και η Τούλα, φίλες αχώριστες μια ζωή, είχαν στηθεί πάνω από το τσουκάλι, δεμένες με μια αγάπη που δεν την άγγιζε ούτε ο πάγος. Έξω από το παράθυρο, το χιόνι είχε σκεπάσει τα πάντα και η ησυχία του χωριού ήταν απέραντη, σαν ο χρόνος να είχε σταματήσει.
— «Βούλα, ρίξε το κρεμμύδι να γλυκάνει η φασολάδα», είπε η Σούλα ανακατεύοντας με την ξύλινη κουτάλα.
— «Το έριξα, Σούλα μου! Αλλά πρόσεχε το ανακάτεμα. Ο γλυκός μου ο Θανάσης, αν δεν βρει το φασόλι ολόκληρο, νομίζει ότι τρώει παιδική τροφή και μου γκρινιάζει!»
Η Τούλα, που άπλωνε το καλαμποκάλευρο στο ταψί για την μπομπότα, τις κοίταξε με ύφος γεμάτο μυστήριο.
— «Κορίτσια, το μάθατε για τον εγγονό μου τον Γιαννάκη; Θα μας φέρει τη νύφη, αλλά λένε πως το κορίτσι είναι... vegan!»
— «Τι είναι αυτό, χριστιανή μου; Σαν όνομα από απορρυπαντικό ακούγεται», είπε η Σούλα σταυροκοπώντας τα χέρια της.
— «Θα πει πως δεν τρώει τίποτα από ζωντανό! Ούτε τυρί, ούτε αυγό, ούτε καν το μέλι μας!»
— «Παναγία μου», αναστέναξε η Σούλα, «και πώς θα στυλωθεί το κορίτσι; Εγώ θα της φτιάξω την μπομπότα τη λαδωτή να στανιάρει, κι ας λέει ό,τι θέλει!»
Εκείνη την ώρα, η Βούλα, που τελευταία είχε γίνει πολύ ξεχασιάρα, άρπαξε το βάζο με το αλάτι. Έριξε μια γερή χούφτα και μετά από λίγο, βυθισμένη στις σκέψεις της και στις παλιές τους ιστορίες, ξέχασε τι έκανε και ξανάριξε άλλη μία. Η Σούλα και η Τούλα, για να σιγουρευτούν ότι το φαΐ θα γίνει νόστιμο, έριξαν κι εκείνες από λίγο κρυφά η μία από την άλλη.
Όταν η μπομπότα βγήκε ροδοκόκκινη και η φασολάδα σερβιρίστηκε αχνιστή, κάθισαν οι τρεις τους στο τραπέζι. Με την πρώτη κουταλιά, τα μάτια τους άνοιξαν διάπλατα.
— «Παναγία μου!» φώναξε η Σούλα και πήγε να πέσει από την καρέκλα. «Η φασολάδα έγινε Αιγαίο Πέλαγος!»
— «Ε, δεν πειράζει, φιλενάδες μου», είπε η Τούλα και τις έπιασε και τις δύο σφιχτά από τα χέρια. «Βουτήξτε τη ζεστή μπομπότα μέσα και πιείτε από το σπιτικό λικέρ τριαντάφυλλο».
— «Σημασία έχει που είμαστε εδώ οι τρεις μας, αγαπημένες, με το τζάκι να μας ζεσταίνει την καρδιά. Το πιο σημαντικό πράγμα που έχουμε είναι που νοιάζεται η μια την άλλη στις εύκολες και στις δύσκολες στιγμές. Η φιλία μας είναι αυτό που μας κρατάει ζωντανές», συνέχισε η Τούλα.
Και κάθισαν κοντά στο τζάκι, οι τρεις γιαγιάδες μιας άλλης εποχής, γελώντας σιγανά κάτω από το φως της λάμπας, νιώθοντας πως όσο υπάρχει αγάπη, όλα γίνονται.
Αυτή είναι η συμμετοχή μου στο δρώμενο "Χειμωνιάτικα αποτυπώματα" που διοργανώνει η αγαπημένη μας Αριστέα.
Εύχομαι από καρδιάς όμορφες χειμωνιάτικες ημέρες ❄️☃️❤️
"Και πώς θα στυλωθεί το κορίτσι;" Κλαίω, γιατί το άκουσα και εντελώς πρόσφατα -και μάλιστα από τον φαρμακοποιό μου- που μου είπε "φάε και κάτι, γιατί πώς θα στυλωθείς; Θα σε πάρει ο αέρας!"
ΑπάντησηΔιαγραφήΚι εγώ δεν τρώω ζωικά, εκτός από αυγά, οπότε, θανκ γκοντ, δεν είμαι μάρκα απορρυπαντικού, μπαρδόν, Vegan ήθελα να πω!
Μαρία μου, σε ευχαριστώ πολύ για την εύθυμη συμμετοχή σου!
Φιλάκια πολλά!
♥
Τρεις γλυκύτατες γιαγιάδες, μιας πιο περασμένης εποχής, μοιράζονται την αγάπη αλλά και τη δίνουν απλόχερα ολόγυρά τους. Ατόφια, αληθινή, δημιουργική. Πόσο όμορφες ζεστές και απλές στιγμές, Μαρία μου, μας έφερε η αφήγηση στο διήγημά σου.
ΑπάντησηΔιαγραφήΖέστανε λίγο την καρδιά θα έλεγα χωρίς επιφύλαξη. Μακάρι να έχουμε κοντά μας τέτοιους ανθρώπους.
Καλή χρονιά σου, καλή μου φίλη.
Ωραιότατη η παρέα των τριών φίλων πολύ συγκινητικό το δέσιμό των τριών γιαγιάδων. Μπράβο σου Μαρία μου
ΑπάντησηΔιαγραφήΦιλάκια πολλά