Ο Ανδρέας Εμπειρίκος γεννήθηκε το 1901 στην Μπράιλα της Ρουμανίας και πέθανε στην Αθήνα το 1975. Το 1926-31 βρίσκεται στο Παρίσι όπου συνδέεται με τον Andre Breton και τους υπερρεαλιστές και αρχίζει την ψυχανάλυση με τον Rene Laforgue.
Το 1935 παραδίδει στην Αθήνα την περίφημη διάλεξη περί "Περί σουρρεαλισμού" και εκδίδει την "Υψικάμινο", το κατεξοχήν υπερρεαλιστικό κείμενο, ενώ αρχίζει την άσκηση της ψυχανάλυσης, την οποία θα διακόψει το 1951. Το 1945 κυκλοφορεί η "Ενδοχώρα" και ακολουθούν τα "Γραπτά ή Προσωπική μυθολογία", το 1960, και η "Αργώ ή Πλους αεροστάτου" το 1964-65 στο περ. "Πάλι", με περικοπές. Μετά το θάνατό του, το 1980 κυκλοφορεί πλήρης η "Αργώ", η συλλογή "Οκτάνα" καθώς και το θεατρικό έργο του Πικάσσο, "Τα τέσσερα κοριτσάκια" σε μετάφραση του ποιητή. Το 1985 εκδίδεται το "Αι γενεαί Πάσαι ή Η Σήμερον ως Αύριον και ως Χθες" και το "Άρμαλα ή Εισαγωγή σε μία πόλι" (εισαγωγή σ' ένα μυθιστόρημα που δεν γράφτηκε).
Τον Δεκέμβριο του 1990 άρχισε να εκδίδεται, σύμφωνα με τη θέληση του ποιητή, ο "Μέγας Ανατολικός", το τεράστιο έργο ζωής του Ανδρέα Εμπειρίκου που το επεξεργαζόταν επί 25 χρόνια. Άρχισε να γράφεται το 1945 και ολοκληρώνεται ύστερα από ενδιάμεσες φάσεις το 1970. Το μυθιστόρημα αποτελείται από 100 κεφάλαια, που συγκροτούν πέντε μέρη, και η έκδοσή του ολοκληρώθηκε το 1992 σε οκτώ τόμους. Πρόκειται για το μεγαλύτερο και τολμηρότερο μυθιστόρημα της ελληνικής γλώσσας. Το 1995, για να τιμηθούν τα 20 χρόνια από το θάνατο του ποιητή, εκδόθηκε μια πλακέτα με το ποίημά του "ΕΣ-ΕΣ-ΕΣ-ΕΡ Ρωσσία". Το 1997 κυκλοφόρησε το ανέκδοτο πεζό του "Ζεμφύρα ή Το μυστικόν της Πασιφάης", που ανήκει στην ενότητα "Τα χαϊμαλιά του έρωτα", όπου ανήκει και η "Αργώ". Το 1999 κυκλοφόρησαν σε ανεξάρτητη έκδοση τα δύο εγκώμια για τον Ν. Εγγονόπουλο: "Νικόλαος Εγγονόπουλος ή Το θαύμα του Ελμπασάν και του Βοσπόρου" και "Διάλεξη 1963". Επίσης το 2001 κυκλοφόρησε και το "Ημερολόγιο" και οι φωτογραφίες του ποιητή από το Ταξίδι στη Ρωσσία τον Δεκέμβριο του 1962 με τον Ο. Ελύτη και τον Γ. Θεοτοκά. Ο Ανδρέας Εμπειρίκος είναι από τους κύριους εισηγητές της επιστήμης της ψυχανάλυσης στην Ελλάδα με τον Δ. Κουρέτα και τον Γ. Ζαβιτζιάνο, με τη συνεργασία και τη συνδρομή της Μαρίας Βοναπάρτη. Ο ίδιος άσκησε την ψυχαναλυτική πρακτική επί δεκαέξι έτη (1935-1951). Τα Ψυχαναλυτικά κείμενα του Ανδρέα Εμπειρίκου εκδόθηκαν για πρώτη φορά το 2001. Το μεγαλύτερο μέρος του έργου του Ανδρέα Εμπειρίκου κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Άγρα, όπου έχουν εκδοθεί και το κείμενο του Έκτορα Κακναβάτου "Για τον Μεγάλο Ανατολικό" καθώς και η μελέτη του Σάββα Μιχαήλ, "Πλους και κατάπλους του Μεγάλου Ανατολικού" και τα κριτικά μελετήματα του Guy (Michel) Saunier, με τίτλο: "Ανδρέας Εμπειρίκος: Μυθολογία και ποιητική".
Το 2001 κηρύχτηκε Έτος Εμπειρίκου με αφορμή τα 100 χρόνια από τη γέννηση του ποιητή και οργανώθηκαν πολλές τιμητικές εκδηλώσεις (συνέδρια, εκδόσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό, αφιερώματα εφημερίδων και περιοδικών κ.λπ.)
Η ποίηση και η πεζογραφία του Ανδρέα Εμπειρίκου
«Η συναισθηματική του εκτόνωση σε στίχους είχε αρχίσει τόσο πρόωρα που σε ηλικία είκοσι χρονών να διαθέτει ήδη στο ενεργητικό του ένα πλήθος ποιήματα γραμμένα πάνω στ’ αχνάρια των ποιητών που κάθε φορά τον γοήτευαν περισσότερο, κατ’ εξοχήν του Κωστή Παλαμά».
Ο ίδιος μιλώντας για τα ποιήματά του:
«Ήθελα δηλαδή να συμπεριλάβω στα ποιήματά μου, όλα τα στοιχεία που στην καθιερωμένη ποίηση, θεληματικά ή άθελά μας, αποκλείονται, ή μας ξεφεύγουν.
Και ήθελα να τα συμπεριλάβω κατά τέτοιον τρόπο, ώστε ένα ποίημα να μην αποτελείται απλώς από ένα ή περισσότερα υποκειμενικά ή αντικειμενικά θέματα λογικώς καθωρισμένα και αναπτυσσόμενα μόνον εντός συνειδητών ορίων, μα να αποτελείται από οποιαδήποτε στοιχεία που θα παρουσιάζοντο μέσα στην ροή τού γίγνεσθαι του, ανεξάρτητα από κάθε συμβατική ή τυποποιημένη αισθητική, ηθική, ή λογική κατασκευή».
(Αμούρ-Αμούρ, 1939).
Τριαντάφυλλα στο παράθυρο
Σκοπός της ζωής μας δεν είναι η χαμέρπεια
Υπάρχουν απειράκις ωραιότερα πράγματα και απ’ αυτή την αγαλματώδη παρουσία του περασμένου έπους
Σκοπός της ζωής μας είναι η αγάπη
Σκοπός της ζωής μας είναι η ατελεύτητη μάζα μας
Σκοπός της ζωής μας είναι η λυσιτελής παραδοχή της ζωής μας
Της κάθε μας ευχής εν παντί τόπω εις πάσαν στιγμήν εις κάθε ένθερμον αναμόχλευση των υπαρχόντων
Σκοπός της ζωής μας είναι το σεσημασμένο δέρας της υπάρξεώς μας.
ΚΑΡΠΟΣ ΕΛΑΙΟΥ
Επάνω από τη δοσοληψία των μιασματικών υδάτων μιας νόσου που κατεδικάσθη οριστικώς
Η άχνα της υγείας μεσουρανεί και μέλπει
Η πίστις της περιπετείας δε χαλαρώθηκε.
Τα μάτια της είναι πράσινα και κατοπτρίζονται μες στα νερά της νεότητος
Ένας νέος συναντά μια νέα και τη φιλεί
Από τα χείλη της αναπηδούν οι λέξεις μεθυσμένες
Όλη η ζωή τους μοιάζει με λιβάδι
Επαύλεις εδώ κι εκεί κοσμούν την πρασιά του
Νεότης νεότης τι ωραία που είναι τα μαλλιά σου
Τα χαϊμαλιά σου τα στολίζουν άνθη μυγδαλιάς που ανθεί σε χώρα πεδινή
Οι θρίαμβοι των καισάρων περνούν καμιά φορά απ’ αυτή τη χώρα και παρασύρουν τα νερά των κήπων
Οι γυναίκες των κηπουρών γυμνώνουν τα στήθη τους και τους παρακαλούν
Μια σειρά μαργαριταριών στάζει σε μια χοάνη
Κάθε μαργαριτάρι είναι μια σταγών και κάθε σταγών είναι ένας δράκος
Το κάστρο του κατέρρευσε και τώρα παίζουν τα παιδάκια μες στους ίσκιους
Τα θρύψαλα του καθρέφτη της πυργοδέσποινας είναι κι αυτά πετράδια
Που ρίχνουν στον πετροπόλεμο τα παλικάρια.
ΕΧΕΜΥΘΕΙΑ
Με την ριπή του άνεμου στα μαλλιά
Της γυναικός που στροβιλίζεται μέσ’ στο σαλόνι
Και παίρνει την ζωή όπως της έρχεται
Και με στολίδια και παιδιά
Που την λατρεύουν κι όλο λέγουν τ’ όνομά της
Και με τους άνδρες που σηκώνουν
Όρθιο το χέρι τους στον ουρανό
Μεσ’ στην εξαίσια λειτουργία των παλμών τους
Στον στρόβιλο του βαλς που πλησιάζει
Τα στήθη τους στα στήθη της γυναίκας.
ΔΙΑΦΑΝΕΣ ΑΥΛΑΙΕΣ
Είναι τα βλέφαρά μου
διάφανες αυλαίες.
Όταν τα ανοίγω βλέπω
μπρος μου ό,τι κι αν τύχει.
Όταν τα κλείνω βλέπω
μπρος μου ό,τι ποθώ.
ΣΤΙΓΜΗ ΠΟΡΦΥΡΑΣ
Kαμιά σχισμή δεν διευρύνεται χωρίς τον πόθο
Στα κάγκελα του κήπου ανοίγουν τα φτερά τους τα πουλιά
H γειτνίασις του ποταμού τα προσελκύει
Tο πάθος του γυπαετού για το άσπρο περιστέρι
Eίναι αποκορύφωμα βουνού με χιονισμένη κορυφή
Όταν λυώνουν οι πάγοι τραγουδάμε στις κοιλάδες
Tα νερά μάς μεθούν
Oι κόρες των ματιών μας πλένουν τους θησαυρούς των
Άλλες ξανθές και άλλες μελαχροινές
Έχουν στην όψι τους την ανταύγεια των ελπίδων μας
Έχουν στο στήθος τους το γάλα της ζωής μας
K’ εμείς στεκόμαστε τριγύρω τους
Παντοτινά κελεύσματα μας περιβάλλουν
Oι θρόμβοι των βουνών πάλλονται και διαλύονται
Tα χιόνια τους είναι τραγούδια της ελεύσεως των νέων χρόνων
Tα χρόνια αυτά είναι η ζωή μας
Mέσ’ στις κουφάλες τους αναπαύονται το μεσημέρι τα πουλιά
Kαμιά σχισμή δεν διευρύνεται χωρίς τον πόθο της διευρύνσεως
Kαμιά φορά γινόμαστε κλεψύδρες
K’ οι σπόγγοι σφαδάζουν για την κάθε μας σταγόνα.
Από το σύνολο του έργου του, ξεχωρίζει η πρώτη, ποιητική συλλογή του, με τίτλο «Υψικάμινος», ως το πρώτο αμιγώς υπερρεαλιστικό κείμενο στην Ελλάδα, ενώ ανάμεσα στα πεζά έργα του διακρίνεται το τολμηρό ερωτογράφημα «Ο Μέγας Ανατολικός», που προκάλεσε αντιδράσεις για την ελευθεροστομία και το ερωτικό περιεχόμενό του. Σημαντικό τμήμα του έργου του, εκδόθηκε μετά τον θάνατό του.
Η δεύτερη ποιητική συλλογή του, «Ενδοχώρα», εκδόθηκε δέκα χρόνια αργότερα, αν και η έκδοσή της είχε αναγγελθεί από το 1937.
Χαρακτηρίζεται ακόμα ως έργο στο οποίο επιχειρείται η σύζευξη του υπερρεαλισμού με την ελληνική, λαϊκή παράδοση. Σε αντίθεση με την Υψικάμινο που αντιμετωπίστηκε με ειρωνεία και χλευασμό από τους περισσότερους κριτικούς, η Ενδοχώρα επαινέθηκε και υπήρξε δημοφιλέστερη. Ωστόσο, και οι δύο συλλογές άσκησαν αποφασιστική επίδραση σε σύγχρονους λογοτέχνες, κυρίως στον Οδυσσέα Ελύτη, στον Νικόλαο Κάλα, στον Νίκο Γκάτσο και στον Νίκο Εγγονόπουλο.
Η τέχνη της φωτογραφίας και ο Ανδρέας Εμπειρίκος
«…Και τώρα που άνοιξε και έκλεισε ο φωτοφράκτης σαν μάτι αδέκαστο και συνελήφθη ο χρόνος, ο ρεμβασμός αυξάνει την ζωή και δίδει στην κάθε εικόνα την κίνησι και την ευελιξία που φέρνει από τα βάθη μιας πηγής (της ιδικής του) ζεστό το πιο κρυφό της νόημα. Και ιδού που μεταλλάσσει πλήρως την εικόνα· από μια στατική στιγμή (ας πούμε καρφωμένη) την μετατρέπει σε πολυκύμαντον χορόν ωρών και πλαστικών σωμάτων ευρυθμίας, σε οντοποίησιν απτήν και ασπαίρουσαν παντός οράματος, πάσης επιθυμίας», γράφει ο Ανδρέας Εμπειρίκος στον «Φωτοφράκτη» («Οκτάνα», 1960).
Ο Ανδρέας Εμπειρίκος δεν υπήρξε μόνο πεζογράφος και ποιητής, αλλά και φωτογράφος. Γιατί η φωτογραφική ματιά του είναι προέκταση της ποιητικής του ματιάς. Ο φωτογραφικός φακός του λειτουργεί όπως περίπου το χαρτί και το μελάνι. Με την εικόνα αιχμαλωτίζει στίχους της ποίησης του. Και το αντίστροφο. Η φωτογραφία του Ανδρέα Εμπειρίκου έχει τραβηχτεί από την ψυχή του και αγγίζει το υπερρεαλιστικό όραμα του, δηλ. το Πάντα και το Τώρα, το χτίσιμο των Νέων Παραδείσων, την ανάγκη να υπάρξουν αυτοί οι Νέοι Παράδεισοι.
Ο σημαντικότερος εκπρόσωπος του υπερρεαλισμού αποκαλύπτεται σταδιακά και ως μανιώδης φωτογράφος, ένα γνώρισμα του που δεν το εγκατέλειψε ως το τέλος της ζωής του:
« Από τον Ιούλιο του 1954, στην Πάρο, κει που προχωρούσαμε το καταμεσήμερο μες στα στενά, είδαμε να μας έρχεται από αντίκρυ με ελάχιστο ρούχο μια ξανθή παιδούλα, θα έλεγες μόλις βγαλμένη από τον Όμηρο, μια σωστή «Ίρις Αγγελέουσα», που τσακίστηκες να την φωτογραφίσεις αλλά σου ξέφυγε. «Είναι σαν έμπνευση» μου είπες. «Δεν την προλαβαίνεις δυστυχώς πάντοτε».
Τα παραπάνω είναι λόγια του Οδυσσέα Ελύτη και απευθύνονται στον Ανδρέα Εμπειρίκο.
Είναι μιας πρώτης τάξεως μαρτυρία για μια όχι τόσο γνωστή συνήθεια του Εμπειρίκου: τη συνήθεια να καταγράφει με τη φωτογραφική του μηχανή διάφορα στιγμιότυπα, που βρίσκονταν στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος του.
Σύμφωνα με μαρτυρία του γιου του ποιητή, Λεωνίδα Εμπειρίκου, ο πατέρας του έχει «τραβήξει» χιλιάδες φωτογραφίες, ενώ τα αρνητικά, που σιγά- σιγά αρχίζουν να έρχονται στην επιφάνεια, είτε με εκθέσεις είτε με λευκώματα, μέρος μόνο αυτής της πολύτιμης ασχολίας μπορούν να αναδείξουν. Αν γίνει γνωστό, σε όλο του το βάθος, το φωτογραφικό έργο του ποιητή, θα μπορούμε πλέον να μιλάμε όχι μόνο για τον ποιητή Εμπειρίκο, αλλά και για έναν από τους πιο σημαντικούς Έλληνες φωτογράφους του 20ου αιώνα.
Την αγαπημένη του αυτή συνήθεια μία τουλάχιστον φορά κινδύνεψε να την πληρώσει πολύ ακριβά. Ήταν τον Δεκέμβριο του 1962, όταν ταξίδεψε με τον Οδυσσέα Ελύτη και τον Γιώργο Θεοτοκά στην τότε Σοβιετική Ένωση. Τη στιγμή που φωτογράφιζε στην Οδησσό τις σκάλες της πόλης που απαθανατίστηκαν στην ταινία «Θωρηκτό Ποτέμκιν» του Σεργκέι Αΐζενστάιν, συνελήφθηκε ως ύποπτος από το Σοβιετικό καθεστώς. Η ρωσομάθεια του αλλά, κυρίως, η ιδιότητα του επίσημου προσκεκλημένου του Eλληνοσοβιετικού Συνδέσμου, τον απάλλαξαν, μετά από λίγες ώρες γραφειοκρατικών διατυπώσεων, από την κατηγορία και τις ανακρίσεις. Ο Εμπειρίκος όχι μόνο φωτογράφιζε συστηματικά, αλλά και αυτοφωτογραφιζόταν. «Τις φωτογραφίες έργο των χειρών του- τις έφερνε σε πέρας με τη δεξιοτεχνία και την επιμονή μανιακού» γράφει ο Οδυσσέας Ελύτης. Μαζί με τον αγαπητό του φίλο Νάνο Βαλαωρίτη φωτογραφίζονται μέσα από έναν καθρέφτη στο σπίτι του Βαλαωρίτη τη δεκαετία του '60.
Ήταν ιδιαίτερα λεπτολόγος κατά την φωτογράφηση και ικανός να επιδιώκει για αρκετή ώρα το ιδανικό αποτέλεσμα. «Ο Eμπειρίκος, μανιώδης φωτογράφος, έχει απαθανατίσει τις αποβιβάσεις (των επιβατών από τα πλοία), που όταν ήταν καλοσύνη γίνονταν στην Πλακούρα (της ΄Aνδρου), σε μερικές καλλιτεχνικότατες φωτογραφίες», σημειώνει ένας φίλος του, ο Δ. I. Πολέμης.
Ο φακός του Εμπειρίκου καταφέρνει να σώσει τόπους της Άνδρου, που μετά το πέρασμα της τουριστικής λαίλαπας από την αγαπημένη νήσο, χάθηκαν για πάντα. Ο Εμπειρίκος φωτογραφίζει ανθρώπους από όλες τις κοινωνικές τάξεις, αλλά και από όλες τις ηλικίες. Γέροντες και γερόντισσες, άνδρες του κάματου, γυναίκες με παιδιά, παιδίσκες που παίζουν στα σοκάκια της Άνδρου, νεάνιδες που στρίβουν και χάνονται μες στα καλντερίμια. Κανείς άλλος δεν έχει διασώσει τη νεότερη ιστορία του νησιού με τον τρόπο που το έκανε η φωτογραφική ματιά του ποιητή. Κανείς άλλος δεν κατάφερε να αιχμαλωτίσει ανθρώπους και τόπους τόσο διαφορετικούς μεταξύ τους, αλλά συνάμα και τόσο όμοιους. Για τον Εμπειρίκο ζητούμενο της φωτογραφίας, ζητούμενο της ποίησης, είναι ο άνθρωπος μέσα στο χρόνο τον Εσαεί και τον Τώρα, ο άνθρωπος παντού και πάντα, και η ψυχή αυτού του ανθρώπου, που ξεφεύγει για μια μοναδική στιγμή και αυτή η στιγμή αιχμαλωτίζεται σε μια ασπρόμαυρη φωτογραφία.
Ο Ανδρέας Εμπειρίκος από πολύ νωρίς είχε φανερώσει την αγάπη του προς τη φωτογραφία. Διοργανώνει έκθεση 210 ασπρόμαυρων φωτογραφιών του στην αίθουσα «Ιλισός», στην Αθήνα. Η έκθεση αυτή που έχει τεράστια σημασία διαρκεί από τις 22 Ιανουαρίου ως τις 12 Φεβρουαρίου του 1960. Όλες οι φωτογραφίες του έχουν αύξοντα αριθμό, τίτλο, τόπο λήψης και τιμή πώλησης που κυμαίνεται από 70 ως 100 δρχ. Ορισμένες έχουν την ένδειξη «Δεν πωλείται». Δεν γνωρίζουμε ποιες ακριβώς ήταν αυτές που εξέθεσε ούτε και αν ή πόσες από αυτές πουλήθηκαν. Από τις 210 φωτογραφίες, οι 115 έχουν τραβηχτεί στην Ελλάδα (Αθήνα, νησιά), ενώ οι υπόλοιπες στο εξωτερικό. Κυριαρχούν τα τοπία και τα πορτρέτα αλλά δεν λείπουν και οι σκηνές της καθημερινής ζωής. Ιδιαίτερη θέση, και μεγάλη θέση, στο φωτογραφικό του έργο κατέχουν οι παιδίσκες. Οι παιδίσκες δε σταμάτησαν ποτέ να απασχολούν την ποιητική ματιά του ποιητή, καθώς ήταν μέρος του υπερρεαλιστικού του οράματος. Τις αιχμαλωτίζει όταν περπατούν, όταν παίζουν, όταν κοντοστέκονται μπροστά στο φακό του, όταν φλερτάρουν με το φακό του, όταν μειδιούν ή απορούν, ακόμα και όταν δείχνουν συστολή. Όλη αυτή η παιδική ψυχή, η ανακατωμένη με την πρώιμη γυναικεία φύση, προκαλεί τον Εμπειρίκο να τη διασώσει: γιατί, απλούστατα, είναι τόσο εφήμερη. Την άλλη στιγμή η μικρή παιδίσκη χάνεται και μαζί της όλη η μαγεία της αθωότητας. Την άλλη στιγμή η παιδίσκη γίνεται νεάνιδα και έπειτα γυναίκα. Κατά συνέπεια, αυτή η ματιά ανήκει μόνο στους χαμένους Παραδείσους του ποιητή.
Από τον τεράστιο όγκο των φωτογραφιών του, οι περισσότερες βρίσκονται ακόμα σε αρνητικά και ελάχιστες έχουν, ως τώρα, τυπωθεί, ενώ ακόμα λιγότερες έχουν δημοσιευτεί. Αυτές που δημοσιεύτηκαν βρίσκονται στα περιοδικά Xάρτης (17/18, 1985), Φωτογράφος (10,1991), Συντέλεια (4-5, 1991) και στο βιβλίο του Θ. Bελλούδιου Φαντασιομετρική Tέχνη για προχωρημένους (Nεφέλη 1983). Στα πλαίσια του «Έτους Eμπειρίκου», πραγματοποιήθηκε τον Δεκέμβριο του 2001 μεγάλη έκθεση φωτογραφιών του ενώ, παράλληλα, εκδόθηκε από τις εκδ. Άγρα το πρώτο λεύκωμα για το φωτογράφο Ανδρέα Εμπειρίκο με τον τίτλο «Ο φωτοφράκτης». Τον Ιούλιο του 2004 στην Άνδρο διοργανώθηκε, στα πλαίσια του συνεδρίου «Μνήμη Ανδρέα Εμπειρίκου», έκθεση φωτογραφιών του με θέμα «Η Άνδρος του Ανδρέα Εμπειρίκου». Επίσης, εκδόθηκε ξανά από τις εκδ. Άγρα και λεύκωμα φωτογραφιών του ποιητή με τον ίδιο τίτλο. Τα αρνητικά των ανέκδοτων φωτογραφιών του ποιητή είναι χιλιάδες. Ευελπιστούμε ότι θα υπάρξει κάποια στιγμή η δυνατότητα αυτός ο πλούτος της ψυχής του να φτάσει και στη δική μας ψυχή και η ματιά του να αγγίξει τη δική μας. Η φευγαλέα ματιά του Ανδρέα Εμπειρίκου είναι πολύτιμη, ακριβώς γιατί είναι φευγαλέα, αλλά και γιατί είναι ματιά, αφορά μια λεπτομέρεια, τόσο πολύτιμη όσο και καθολική. Αυτή η ματιά, που πηγάζει από τη δική του άποψη για τα πράγματα, για τα ορατά και για τα αόρατα, για τα τωρινά και για τα μέλλοντα, που είναι παρόν και παρελθόν μαζί και εξακοντίζονται στο μέλλον. Αυτό δηλ που καταθέτει ο ποιητής στο ποίημα: « Ο φωτοφράκτης», σε όλα σύμφωνο με τη δική του στάση απέναντι στο φωτογραφικό φακό:
«Όρθρος η ώρα η πρώτη. Πίσω της, η λαγαρή πρωία με δείκτες ρόδινους που γρήγορα (θα πω, ανέλπιστα σχεδόν) γυρίζουν και χρυσίζουν. Ένας φακός με απίστευτον φωτοφράκτη αρπάζει την πιο γοργή στιγμή και την απλώνει στην επιφάνεια μιας πλάκας λείας, ευαισθησίας εξαισίας. Και τώρα που άνοιξε και έκλεισε ο φωτοφράκτης σαν μάτι αδέκαστο και συνελήφθη ο χρόνος, ο ρεμβασμός αυξάνει την ζωή και δίδει στην κάθε εικόνα την κίνησι και την ευελιξία που φέρνει από τα βάθη μιας πηγής (της ιδικής του) ζεστό το πιο κρυφό της νόημα»,
Γλυφάδα, 10.7.1960.
«Μία φωτογραφία ζει, έχει ολόκληρη δική της δράση, συνυφασμένη με την ζωή του θεατή, όπως ένα φλουρί, ένα κρύσταλλο, ή ένα γάντι»Ανδρέας Εμπειρίκος
![]() |
| Φωτογραφία που τράβηξε ο ίδιος ο Ανδρέας Εμπειρίκος |
Η Άνδρος του Ανδρέα Εμπειρίκου
«Η Άνδρος, από την πρώτην στιγμήν που την αντίκρυσα μου ενεποίησε εντύπωσιν αληθινού Παραδείσου. Βεβαίως και αλλού με εγοήτευσαν και με συνεκίνησαν εις την ζωήν μου ποικίλαι άλλαι φυσικαί καλλοναί, αλλά εδώ, εις την νήσον αυτήν, ησθάνθην αμεσώτερα και βαθύτερα και δια π ρ ώ τ η ν φοράν την ποίησην που περιέχει και αναδίδει ένα τοπείον. Τουτέστι, ότι δύναται να ανταποκρίνεται και εις καθαρώς υποκειμενικούς όρους, εις συναισθήματα, εις εσωτερικάς αληθείας.»
Οι παραπάνω φράσεις του Ανδρέα Εμπειρίκου γράφτηκαν επί χούντας, το 1972, τρία χρόνια πριν από τον θάνατό του, σε μια περίοδο μεγάλης κατάθλιψης και δυστοκίας, κι είναι αντλημένες από το λήμμα μιας Προσωπικής Εγκυκλοπαίδειας που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ.
Το φιλόδοξο εγχείρημά του να συντάξει σειρά αυτοβιογραφικών άρθρων εξαντλήθηκε σ’ ένα εκτενές βιογραφικό του πατέρα του, Λεωνίδα, κι ένα ημιτελές κείμενο για την Άνδρο, εξαιρετικά αποκαλυπτικά για τον ίδιο και τα δυο.
Ωστόσο, για τον παράδεισο των παιδικών του χρόνων, την «έκπαγλο νήσο» που ύμνησε και στον «Μεγάλο Ανατολικό», ο Εμπειρίκος μίλησε κι αλλιώς, μέσα από τις φωτογραφίες του. Αποτύπωσε την Άνδρο του 1920, όταν ακολουθούσε τον βενιζελικό εφοπλιστή πατέρα του στην προεκλογική του εκστρατεία φτάνοντας ως τα πιο μακρινά χωριά του νησιού.
Κι αργότερα, τις δεκαετίες του ΄60 και του ΄70, απαθανάτισε κτίρια και τοπία της, ζώα, λουόμενους, πορτρέτα λαϊκών ανθρώπων ή αστών όπως και στιγμιότυπα από τον οικογενειακό του βίο, συνθέτοντας μια ολοζώντανη εικόνα της κοινωνίας που λειτουργούσε στην ψυχή του σαν βάλσαμο.
Ως τον θάνατό του, ο Εμπειρίκος θα διασχίζει την Άνδρο απ’ άκρη σ’ άκρη, θα υποδέχεται εκεί τους πιο πιστούς φίλους του και θα εγκλωβίζει με τον φακό του βουνά και οικισμούς, καφενεία, παραθεριστές και ντόπιους, νιώθοντας την ίδια πάντα αγαλλίαση πατώντας το πόδι του στο Γαύριο.
Το καλοκαίρι του 2004, παράλληλα με την έκθεση εκατό ανδριώτικων φωτογραφιών του Εμπειρίκου στην Καΐρειο Βιβλιοθήκη του νησιού, σε επιμέλεια Γιάννη Σταθάτου, μία ακόμα ευρύτερη επιλογή από το τεράστιο φωτογραφικό του αρχείο –τα αρνητικά υπολογίζονται σε 30.000!– απλώθηκε σ’ ένα φροντισμένο λεύκωμα με τίτλο «Η Άνδρος του Ανδρέα Εμπειρίκου», συμπαραγωγή της Καϊρείου και των εκδόσεων Άγρα.
Σ’ αυτό, πέρα από τα εισαγωγικά σημειώματα του Σταθάτου και του ιστορικού Δ. Ι. Πολέμη, περιλαμβάνεται κι ένα μεστό βιογραφικό κείμενο για τον ποιητή, με την υπογραφή του δικού του γιου, Λεωνίδα Εμπειρίκου.
Δεν είναι τυχαία η απόλυτη φυσικότητα των μαυρόασπρων και διόλου εξωτικών εικόνων που αντικρίζουμε στο λεύκωμα. Δεν είναι ανεξήγητη η απόλυτη αυτοπεποίθηση του Εμπειρίκου όταν στέκεται απέναντι από τον βιολιστή, τον καφετζή, τον καραβομαραγκό ή το κοριτσάκι του ξενοδόχου για να ετοιμάσει το κάδρο του. Ούτε η ευφορία και η ανεμελιά των Αθηναίων φίλων του –του Ελύτη, της Μαρίνας Καραγάτση, του Άρη Κωνσταντινίδη– είναι συμπτωματικές.
Όλα πηγάζουν απ' το ότι ο Εμπειρίκος ανήκε στην Άνδρο και οι Ανδριώτες τον αντιμετώπιζαν σαν δικό τους. «Χάρη σ’ αυτήν την οικειότητα», τονίζει ο Σταθάτος, «το φωτογραφικό ψηφιδωτό που συνέθεσε, θέλγει κι ενημερώνει μισό αιώνα μετά».
Οι πρώτες του επισκέψεις εκεί γίνονται σε ηλικία πέντε ετών και, με μια διακοπή κατά τον Α΄ Παγκόσμιο, διαρκούν ως τα δεκαεννιά του. Όπως επισημαίνει ο Λεωνίδας Εμπειρίκος ο νεότερος, η Άνδρος είναι για τον Ανδρέα «η χώρα του πατέρα» και τα ταξίδια στον κατ’ εξοχήν χώρο της παντοδυναμίας του τελευταίου σημαίνουν μια πιο ολοκληρωμένη επαφή μεταξύ τους.
Η μετέπειτα πολύχρονη απουσία του Εμπειρίκου από το νησί δεν οφείλεται μόνο στο ότι έζησε μακριά από την Ελλάδα σπουδάζοντας, ψυχαναλυόμενος και συμπορευόμενος με τα ρεύματα του μαρξισμού και του υπερρεαλισμού. Οφείλεται, κυρίως, στις διακυμάνσεις που παρουσίασαν έκτοτε οι σχέσεις με τον πατέρα του.
Ο Ανδρέας Εμπειρίκος πληγώνεται βαθιά από τον χωρισμό των γονιών του το ΄20 και ως ένθερμος οπαδός της ρωσικής επανάστασης παραιτείται δις –το 1925 και το 1934– από τις πατρικές επιχειρήσεις. Η Άνδρος επανέρχεται στους τόπους αναφοράς του έναν χρόνο πριν την επισκεφτεί ξανά, το 1947, στο γραπτό του «Η Μανταλένα», όπου μιλά για τα «σιωπηλά» Εμπειρικαίικα στη Ρίβα και την Πλακούρα, αρχοντικά κατεστραμμένα πια από τους βομβαρδισμούς των Γερμανών.
Καθοριστικός παράγοντας γι’ αυτήν την επαναπροσέγγιση υπήρξε η εμπειρία της ομηρίας του ποιητή από άντρες της πολιτοφυλακής του ΕΛΑΣ. «Μα δεν είστε γιος εφοπλιστών;» τον είχαν ρωτήσει εισβάλλοντας στο σπίτι του το ΄44 και σκαλίζοντας με αναίδεια τα οικογενειακά του κειμήλια. Όπως θα σημείωνε ο ίδιος στην Προσωπική του Εγκυλοπαίδεια, μολονότι στα νιάτα του υπήρξε μαρξιστής και ειλικρινής φίλος του προλεταριάτου, εκείνη τη στιγμή κατακλύστηκε από ένα κύμα όχι μόνο οικογενειακής αλλά και ταξικής αλληλεγγύης με τον πατέρα του, ένα κύμα που τον οδήγησε στην αγκαλιά της Άνδρου ξανά.
Ο Εμπειρίκος δεν αξιώθηκε ν’ αποκτήσει ένα σπίτι στο νησί – όλη η πατρική περιουσία είχε εκποιηθεί από το ΄35. Από τις αρχές της δεκαετίας του ΄50, όμως, κι ενώ είχε διακόψει πια την ψυχαναλυτική του πρακτική, επιλέγει ως τόπο παραμονής το υποτιμημένο από τους Χωραΐτες Μπατσί, και το ξενοδοχείο «Κρίνος» λειτουργεί για το εκείνον και τη σύζυγό του Βιβίκα σαν δεύτερο σπίτι τους.
Αφοσιωμένος πλέον στη φωτογραφία, πιάνει το ΄53 να καταγράψει όλη τη διαδρομή από τον σταθμό των λεωφορείων στην πλατεία Αιγύπτου ως το Μπατσί μέσω Ραφήνας και Καρύστου, αποτυπώνοντας το ξεφόρτωμα των ζώων, τα φουγάρα των βαποριών, τα βλέμματα των καμαρότων, τον ατμό τη στιγμή του συριγμού. Τα χρόνια που ακολουθούν, στη σχέση του με το νησί θα εντάξει και τη δική του σχέση με τον γιο του, και θα φωτογραφίσει τα ίδια τοπία, τα ίδια υποζύγια, τα ίδια αγοραία, μέσα από τα μάτια του μικρού αγοριού.
Ως τον θάνατό του, ο Εμπειρίκος θα διασχίζει την Άνδρο απ’ άκρη σ’ άκρη, θα υποδέχεται εκεί τους πιο πιστούς φίλους του και θα εγκλωβίζει με τον φακό του βουνά και οικισμούς, καφενεία, παραθεριστές και ντόπιους, νιώθοντας την ίδια πάντα αγαλλίαση πατώντας το πόδι του στο Γαύριο. Ακόμα και τα χρόνια που είχε κυριευτεί από κατάθλιψη, τονίζει ο γιος του, η Άνδρος ήταν γι’ αυτόν «η μόνη πραγματική όαση στην έρημο, την δημόσια και την ιδιωτική».
![]() |
| Η Μαρίνα Καραγάτση, κόρη του Μ.Καραγάτση με τον Οδυσσέα Ελύτη, το καλοκαίρι του 1955. Τη φωτογραφία τράβηξε ο ίδιος ο Ανδρέας Εμπειρίκος. |
Μάτση Χατζηλαζάρου: Η πρώτη σύζυγος του Ανδρέα Εμπειρίκου (1939-1943).
Θεωρείται από πολλούς η πρώτη υπερρεαλίστρια ποιήτρια στην Ελλάδα.
Παρόλο που η οικογένειά της αντιμετώπιζε ήδη οικονομικά προβλήματα, η Μάτση Χατζηλαζάρου, όπως μας πληροφορεί η Άντεια Φραντζή από την οποία προέρχονται και οι περισσότερες βιογραφικές πληροφορίες που δίνονται εδώ, σύμφωνα με αρκετά διαδεδομένη συνήθεια της εποχής και της τάξης της, εκπαιδεύτηκε “κατ’ οίκον”.
Για τους γονείς της όμως ήταν κιόλας αργά· εξαρτημένοι από τη μορφίνη θα οδηγηθούν ταχύτατα σε οικονομική χρεοκοπία και στον θάνατο, που θα έρθει μέσα σε διάστημα έξι μηνών και για τους δύο, το 1934. Η Μάτση είχε ήδη παντρευτεί το 1931, σε ηλικία μόλις δεκαεπτά χρονών, τον βαυαρικής καταγωγής Καρλ Σούρμαν και εργάζεται σε κατάστημα της Αθήνας. Το 1936 χωρίζει για να ξαναπαντρευτεί το 1937 τον Σπύρο Τσαούση, γεωπόνο και αρχιτέκτονα κήπων.
Την επόμενη κιόλας χρονιά διαλύεται και αυτός ο γάμος και η Μάτση Χατζηλαζάρου, με βαθιά τραύματα από τους δύο αποτυχημένους γάμους και από την κατάρρευση και τον θάνατο των γονιών της, καταφεύγει για βοήθεια στον ψυχαναλυτή Ανδρέα Εμπειρίκο, για να καταλήξει πολύ γρήγορα να τον αγαπήσει απελπισμένα και να αγαπηθεί παράφορα από αυτόν.
Μια ιδέα για τη μορφή των δύο ερωτευμένων ποιητών μπορούμε να πάρουμε από τις περιγραφές τους που μας έχουν χαρίσει ο Κωστής Μπαστιάς για τον Ανδρέα και ο Μάνος Χατζιδάκις για τη Μάτση.
Ο Εμπειρίκος πρώτα, όπως ήταν το 1936: «Ο κ. Ανδρέας Εμπειρίκος είναι ένας νέος τριάντα πέντε χρόνων, μετρίου αναστήματος, με ένα μαύρο υπογένειο, λεπτός και μάλλον ωχρός. Θυμίζει πολύ τύπους Ρώσων επαναστατών ή αναρχικών που εζούσαν εις το εξωτερικόν διωγμένοι από την πατρίδα τους. Μιλά σιγά και είναι εξαιρετικά λεπτός εις τους τρόπους του. Τα μάτια του είναι μεγάλα και όταν εκθέτη τα θεωρητικά ερείσματα του σουρρεαλισμού παίρνουν μια έκφραση και ζωηρότητα». Και η Μάτση, όπως την αντίκριζε διαχρονικά και ποιητικά ο Μάνος Χατζιδάκις: «Υπήρχε ένα κορίτσι, που ήξευρε καλά και με περίσσια χάρη, ν’ ανατινάζει τα μαλλιά της στο πλάι του άντρα, ν’ αγγίζει το κεφάλι της μ’ εμπιστοσύνη στον ώμο του και να προσέχει με προσήλωση θρησκευτική την «Μοδιστρούλα» και τον «Θανάση Σακαφλιά». Κι ύστερα πάλι ο Κλωντέλ και ο Ρεμπώ με τον Μπορίς Βιαν, καθώς γεννοβολούσε στην κοιλιά της όλα τα μωρά της πλάσης».
Η ψυχαναλυτική δεοντολογία είναι αυστηρά απαγορευτική στην ανάπτυξη φιλικών και πολύ περισσότερων ερωτικών σχέσεων μεταξύ αναλυτή και ασθενούς και ο Ανδρέας Εμπειρίκος γνώριζε φυσικά και θα τηρούσε τον κανόνα αυτό. Όπως μας πληροφορεί εξάλλου ο Θανάσης Τζαβάρας, σχετικά με την κλινική του πρακτική γνωρίζουμε ότι είχε μία τυπική μορφή σε διάρκεια συνεδρίας και συνήθεις διευθετήσεις αμοιβής και απουσίας, το δε ψυχαναλυτικό πλαίσιο υπήρξε κλασικό.
Δεν υπάρχει λοιπόν αμφιβολία πως ευθύς εξαρχής θα έθεσε στη θεραπευομένη του τα όρια που απαιτούνται για την αποτελεσματικότερη θεραπεία. Ο έρωτας όμως δεν αποδέχεται εύκολα όρια και απαγορεύσεις και, πολύ περισσότερο, ο τρελός και παράφορος έρωτας, στον οποίο ομνύουν και τον οποίο ζούνε και προπαγανδίζουν με φανατισμό οι υπερρεαλιστές, δεν αποδέχεται καθόλου απαγορεύσεις και κανόνες.
Πολύ γρήγορα λοιπόν η σχέση Ανδρέα Εμπειρίκου και Μάτσης Χατζηλαζάρου από επαγγελματική-θεραπευτική μετατράπηκε σε ερωτική-ποιητική. Ιδού πως περιγράφει τη μεταμόρφωση αυτή η ποιητική φαντασία του Εμπειρίκου σε ένα ποίημά του που γράφτηκε τότε ακριβώς, το 1939, και είναι βέβαια αφιερωμένο στη Μάτση:
Είσουν σαν μια σιγή που την διαπερά ο άνεμος. Το τραύμα σου όμως, το είχα επουλώσει και οι λέξεις που λέγαμε, μας πλησιάσανε τόσο, που και η σιγή και το διάκενο των ημερών πριν γνωρισθούμε, χάθηκαν ολοτελώς. Στο γήπεδο της συναντήσεώς μας, που έγινε γήπεδο της αγάπης μας, δεν γειτνιάζουν άλλοι.
Είσαι καλή και η καλλονή σου υπερβαίνει τα όρια της πολιτείας, και φθάνει ίσαμε τα κράσπεδα της χθεσινής σου μοναξιάς, που την κατέλυσες εσύ. Ναι, στο γήπεδον αυτό, δεν γειτνιάζουν άλλοι, είμαι κοντά σου εγώ και μένω μεσ’ στις ελπίδες σου, όπως μένεις εσύ μέσα στα βλέφαρά μου, όταν κοιμάμαι. Οι λέξεις των άλλων δεν έχουν σημασία, γιατί χάσαν το ύφος που είχανε πριν γνωρισθούμε, και τα πρόσωπα των άλλων ήρχισαν να μοιάζουν με ξένα πρόσωπα, άγνωστα σε μένα και, ίσως, και σε σένα. Ωστόσο, τι πειράζει. Το κέλυφος του παρελθόντος έσπασε, και βγήκες εσύ, γιομάτη, οριστική και με βελούδο που άφηνε ημίγυμνο το στήθος σου. […]Αγάπη μου, σε αγαπώ, και θάναι το ταξείδι μας, σαν ανοιξιάτικη πομπή των μύρων.
Βρίσκουμε εδώ συγκεντρωμένα μέσα σε λίγες φράσεις όλα τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν πάντοτε τους ερωτευμένους (χωρίς ποτέ να παλιώνουνε, όπως δεν παλιώνει το φιλί και η νυχτερινή γαλήνη): την αυτάρκη μοναξιά τους, τη λήθη του παρελθόντος, τη βεβαιότητα του μέλλοντος, την εξιδανίκευση της μορφής και τον ερωτισμό, την ολοκληρωτική κατοχή του ενός από τον άλλο. Βρίσκουμε όμως κυρίως την ποίηση. Γιατί στ’ αλήθεια από δω και πέρα ο έρωτάς τους θα ζήσει αποκλειστικά μέσα στο φως και στο τρυφερό σκοτάδι της ποίησης και η ποίηση και των δύο θα ανθίσει μέσα στην υγρασία και την υψηλή θερμοκρασία του έρωτα. Ο Ανδρέας θα γράψει και θα αφιερώσει στη Μάτση άλλο ένα κείμενό του από την ίδια συλλογή (Γραπτά ή Προσωπική Μυθολογία), το Τόπος τοπείου, καθώς και ολόκληρη την Ενδοχώρα του, παρόλο που εκεί περιέχονται ποιήματα γραμμένα προτού ακόμη τη συναντήσει και παρόλο που τυπώθηκε τελικά το 1945, όταν πια είχαν χωρίσει. Ποιήματα που δοξάζουν τον έρωτα και την ποίηση ως μια ομοούσια και αδιαίτερη οντότητα, ως τη μοναδική και παντοδύναμη ουσία της ζωής:
Η παρόρμησις είναι μια συνοχή εαρινών βλυσμάτων. Μακάριοι αυτοί που πίπτουν στα νερά της. Τα στήθη της είναι τόσο ωραία που υπερνικούνε όλα τα υφάσματα. Αν η παρόρμησις υπάρχει, τίποτε δεν μπορεί να την αναχαιτίση. Η χαίτη της όταν εφορμά είναι δάσος φλεγόμενον με μύρα
.
Η Μάτση πάλι θα γεννηθεί ως ποιητικό υποκείμενο, σύμφωνα με τη διατύπωση τής Άντειας Φραντζή, από τη στιγμή που θα συναντήσει τον ποιητή Ανδρέα Εμπειρίκο. Είναι χαρακτηριστικό εξάλλου πως το ψευδώνυμο που θα υιοθετήσει για την έκδοση των πρώτων της βιβλίων, Μάτση Ανδρέου, παραπέμπει ευθέως και ξεκάθαρα στον Ανδρέα Εμπειρίκο.
Η Μάτση πάλι θα γεννηθεί ως ποιητικό υποκείμενο, σύμφωνα με τη διατύπωση τής Άντειας Φραντζή, από τη στιγμή που θα συναντήσει τον ποιητή Ανδρέα Εμπειρίκο. Είναι χαρακτηριστικό εξάλλου πως το ψευδώνυμο που θα υιοθετήσει για την έκδοση των πρώτων της βιβλίων, Μάτση Ανδρέου, παραπέμπει ευθέως και ξεκάθαρα στον Ανδρέα Εμπειρίκο.
Δεν θα γράψει, κατά τα φαινόμενα, τα πρώτα της ποιήματα παρά μόνο αφού θα έχει δεχθεί την τριπλή επίδραση του Εμπειρίκου, ο οποίος ως ψυχαναλυτής πρώτα θα επουλώσει τα τραύματά της και θα τη βοηθήσει ν’ αφήσει ελεύθερη την ερωτική της ιδιοσυγκρασία, ως ποιητής κατόπιν θα της μεταδώσει το μήνυμα και τους τρόπους του υπερρεαλισμού και ως ερωτικός σύντροφος στο τέλος θα αποτελέσει τότε το αποκλειστικό αντικείμενο της δημιουργικής της έξαρσης.
Και θα γράψει η Μάτση, από τότε ξεκινώντας κι ως το τέλος της ζωής της, ποιήματα που δονούνται και φλέγονται από το πάθος κι από τα πάθη του έρωτα, εξαίσια ποιήματα που άλλοτε αποτελούν ένα δοξαστικό του απόλυτου έρωτα κι άλλοτε έναν θρήνο για την απώλειά του ή μια δέηση για την επιστροφή του και μιαν απόπειρα ανάκλησης της αρχέγονης στιγμής (για να θυμηθούμε έναν άλλο ακραιφνή και παράφορο υπερρεαλιστή).
Λιάζομαι μες στη συγκίνηση των ημερών του Νοέμβρη,
που ξαναφέραμε μαζί.
Μαζί το ζούμε και το θέλουμε το πηγαινέλα της φύσης
– τις μυρουδιές του κρύου ανέμου, τα παγωμένα νίκελ
της πόλης, τον κλειστό χώρο μες στην παγωνιά όταν
αχνίζουν τα τζάμια.
Ζωή μου, δίπλα σου βλέπω την αναπνοή και ακούω το
καρδιοχτύπι όλων των πραγμάτων.
Ζωή μου, δίπλα σου είναι η μέρα του ήλιου του μεσονυκτίου.
Μακριά σου είναι η νύχτα του βορινού χειμώνα.
Πολύ γρήγορα, τον Ιούλιο του 1940, ο Ανδρέας και η Μάτση θα παντρευτούν. Δεν υπάρχει πια περιθώριο για καθυστερήσεις, οι καιροί είναι δύσκολοι και το μέλλον φαντάζει, ακόμη και για τους δύο ερωτευμένους ποιητές, σκοτεινό και απειλητικό και μέλλει ν’ αποδειχθεί πολύ χειρότερο. Η επισημοποίηση της σχέσης τους με τον γάμο προσφέρει κάποια επίφαση ασφάλειας, ενώ ο πόλεμος ήδη μαίνεται στην Ευρώπη και δεν θ’ αργήσει να φτάσει και στην Ελλάδα.
Εκεί διαβάστηκαν για πρώτη φορά η Αμοργός του Νίκου Γκάτσου, ο Μπολιβάρ του Νίκου Εγγονόπουλου, η Ursa Minor του Τάκη Παπατζώνη, του Αντώνη Βουσβούνη ο Άγιος Αντώνιος, τα ποιήματα του Νάνου Βαλαωρίτη, της Μάτσης Ανδρέου, του αδικοσκοτωμένου, λίγο αργότερα, Κίτσου Μαλτέζου – Μακρυγιάννη, και πολλών άλλων νέων. Του Μίλτου Σαχτούρη, θα συμπληρώσουμε εμείς, του Δημήτρη Παπαδίτσα και του Έκτορα Κακναβάτου, του Ανδρέα Καμπά.
Ακόμη λίγη θάλασσα, ακόμη λίγο αλάτι. Έπειτα θάθελα να κυλισθώ στην αμμουδιά μαζύ σου, εύχεται ο ένας. Λες κι ήτανε χθες βράδυ ακρογιάλι το σώμα μου, τα χέρια σου δυο μικρά καβούρια, απαντάει ο άλλος. Πλατιά τα στέρνα μας και τα πουλιά μας τρέχουν στον αέρα, δηλώνει ο Ανδρέας. Μες στη χούφτα μου κούρνιασε ένα πουλί, το πουλί είναι η τρυφερότης σου, βεβαιώνει η Μάτση.
Και ο διάλογος των δύο ερωτευμένων ποιητών συνεχίζεται: Η παλάμη μου σε περιμένει, η παλάμη μου σ’ αποζητάει, η παλάμη μου τρέμει και φτερουγίζει μες στα κλαριά. Για ν’ ανταποκριθεί αμέσως ο Εμπειρίκος: Πάρε τη λέξι μου. Δώσε μου το χέρι σου. Κι η Μάτση καταφάσκοντας στην ποίηση, στον έρωτα, στη ζωή, λέει Ναι: Ναι. Ό,τι δεν φθάνει το χέρι, το ξεπερνάει η καρδιά μας.
Η πρώτη ποιητική συλλογή της Μάτσης (με το ψευδώνυμο Μάτση Ανδρέου) Μάης, Ιούνης και Νοέμβρης θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Ίκαρος το 1944, με τη λιτή και διφορούμενη, όπως θα δούμε, αφιέρωση «στον Ανδρέα». Η Μάτση κι ο Ανδρέας όμως είχαν τότε ήδη χωρίσει, έχοντας συναντήσει τον έρωτα αλλού.
Ο μεν Εμπειρίκος στο πρόσωπο της Βιβίκας Ζήση, που έμελλε πολύ γρήγορα να γίνει η δεύτερη σύζυγός του και να ζήσει μαζί του (όσο γαλήνια η εποχή επέτρεπε) μέχρι το τέλος. Γιατί, κατά πως φαίνεται, όσο η ποιητική του φαντασία ξεμάκραινε προς τον άγριο κι ασίγαστο Ωκεανό, άλλο τόσο επιθυμούσε ο ποιητής την ηρεμία και την τρυφερή αγάπη, που τη βρήκε στη Βιβίκα, στον γιο που γεννήθηκε από τον έρωτά τους και στην προσφιλή του Άνδρο, που όλο και συχνότερα επισκεπτότανε από τότε και στο εξής. Θα γράψει τον άλλο χρόνο στη Βιβίκα ο ερωτευμένος ποιητής: «…αγάπη μου άγγιξέ με / Να νιώσω κι εγώ για μια στιγμή / Έστω για μια στιγμή μονάχα, / Ότι δεν είμαι πάντα Ωκεανός που συνεχώς βογγά / Αλλά και θάλασσα αυγουστιάτικη / που σπαρταρά / στον ήλιο.».
Η δε Μάτση Χατζηλαζάρου θα συνδεθεί ερωτικά με τον ποιητή Ανδρέα Καμπά, γεγονός που θα προβληματίσει τους γνωστούς του ζευγαριού, όταν θα εμφανιστεί η ποιητική της συλλογή με την αφιέρωση «στον Ανδρέα». Γράφει σχετικά ο Μάνος Χατζιδάκις: «Κι όλοι ρωτούσαν ποιον εννοεί. Τον Εμπειρίκο που άφηνε ή τον Καμπά που ακολουθούσε». Και απαντάει ο ίδιος εξηγώντας ότι η αφιέρωσή της «δεν περιείχε αμηχανία – ΄σε ποιον΄ αλλά τόλμη. Και στους δύο».
Δεν θα ήταν απίθανο για την τολμηρή Μάτση που γνωρίζουμε να είχε αυτό ακριβώς στον νου της όταν παρέλειπε το επίθετο, αλλά πρέπει μάλλον να θεωρήσουμε πιθανότερο πως απευθύνει την αφιέρωση στον Εμπειρίκο, δεδομένου ότι όλα τα ποιήματα που περιέχονται στο βιβλίο της αυτό είναι δημιουργήματα, όπως είδαμε, του έρωτα και της συμβίωσής της με το Ανδρέα Εμπειρίκο, ο οποίος υπήρξε και ο δάσκαλός της στην ποίηση ή, έστω, ο σύμβουλός της στα πρώτα ποιητικά της βήματα.
Το διαζύγιό τους θα βγει τελικά τον Δεκέμβριο του 1946. Τον επόμενο κιόλας μήνα ο Ανδρέας θα παντρευτεί τη Βιβίκα, ενώ η Μάτση θα έχει αφήσει κιόλας τον Ανδρέα Καμπά και θα βρίσκεται στο Παρίσι, όπου θα συζήσει για οχτώ χρόνια με τον Ισπανό ζωγράφο Χαβιέρ Βιλατό. Θα γράψει η Μάτση γι’ αυτόν που θα είναι και ο μεγαλύτερος σε διάρκεια έρωτάς της: εσύ αγγίζεις με τη ζωγραφική τα όρια / που χρωματίζουν τα πράματα και τα ονόματά τους / και τους σπαραγμούς τους μια αχτίδα / είναι η ριπή της ορμής σου με τον ρυθμό και τον / σφυγμό και τη βραχνή φωνή του έρωτα που κρατιέται / κάποτε ψηλά και κάποτε χαμηλά πάνω σε γκάμες έξω / από κάθε γραφή είμαι πάντα μαζί σου. Θ’ ακολουθήσει, προτού επιστρέψει από το Παρίσι στην Ελλάδα, μια σχέση της με τον Κορνήλιο Καστοριάδη και άλλες ακόμη που δεν θα τις μάθουμε ίσως ποτέ. Στο τελευταίο ωστόσο δημοσιευμένο ποίημά της φαίνεται να επιστρέφει άλλη μια φορά στον Ανδρέα Εμπειρίκο και συγχρόνως να δίνει και μια πλάγια εξήγηση για τον πολυτάραχο τρόπο που βάδισε η ίδια στον έρωτα και στη ζωή:
Θα ‘θελα εσένα που η καρδιά σου πιάνει από την διώρυγα του Μπέριγκ μέσα απ’ όλη τη Ρωσία και απ’ το φαράγγι Λονδίνο Παρίσι Γενεύη για να φτάσει ως το Αιγαίο θα ‘θελα όποιοι και να ‘ναι οι πόθοι που έχεις να σου τους φέρνει ο γέρο άνεμος μπροστά σου εκεί που στέκεις να πέφτουνε βροχή όπως τα βατράχια τα σαλιγκάρια και άλλα μικρά ζώα που μας έρχονται έτσι από μακρινές περιοχές υπερπόντιες να σε κοιτάει ο κόσμος και να σαστίζει βλέποντας τον εσαεί ευδαίμονα άντρα μαζί δεν λέγαμε ότι για την τύχη μας οι πόθοι σαν χορταίνουν άλλους πόθους γεννάνε.
Για καλή μας τύχη, οι πόθοι μας σαν χορταίνουν άλλους πόθους γεννάνε, αφού σκοπός της ζωής μας είναι η αγάπη. Σκοπός της ζωής μας είναι η λυσιτελής παραδοχή της ζωής μας και της κάθε μας ευχής και η ποίησή μας είναι η ζωή.
![]() |
| O Ανδρέας Εμπειρίκος με τον γιο του Λεωνίδα, που απέκτησε από τον δεύτερο του γάμο, με την Ευρυδίκη Ζήση. |
Ο Λεωνίδας Εμπειρίκος είναι ιστορικός. Γεννήθηκε το 1957 στην Αθήνα. Ασχολείται με τις μειονότητες στην Ελλάδα. Συνεργάτης του Μουσικού Λαογραφικού Αρχείου του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών. Από το 1980 μέχρι σήμερα ασχολείται με τη δημοσίευση των καταλοίπων του Ανδρέα Εμπειρίκου.
Ο Ανδρέας Εμπειρίκος, μέσα από το ποίημα που δόθηκε στις εξετάσεις, προβάλλει την αξία της ζωής, της χαράς, της δράσης και της προσωπικής ελευθερίας. Με στίχους που καλούν τον άνθρωπο να αποτινάξει τη θλίψη, να αναζητήσει την αισιοδοξία και να μη φοβάται να προχωρήσει στον δικό του δρόμο.




















Πλούσιο αφιέρωμα. Ενδιαφέροντα όλα όσα αναφέρεις και δεν νομίζω να άφησες τίποτε που να μην μας το έμαθες. Σ' ευχαριστούμε πολύ Μαρία μου
ΑπάντησηΔιαγραφήΚαλό σου βράδυ
Ένα υπέροχο ακαδημαϊκό αφιέρωμα σε έναν μεγάλο πνευματικό άνθρωπο, Μαρία. Μέσα από την παρουσίασή οου, έμαθα πολλά πράγματα για τον Ανδρέα Εμπειρίκο και τη ζωή του. Και είναι πραγματικά εντυπωσιακά.
ΑπάντησηΔιαγραφήΔημιουργία, Έρωτας, ηδονή, ποίηση, ψυχολογία. Όλα αυτά μαζί με τα πρόσωπα, που σημάδεψαν τη ζωή του.
Να είσαι καλά, Μαρία, σε ευχαριστούμε πολύ, κοπέλα μου.